Το πανηγύρι στα Σέρβια, ένας κοινωνικός και εμπορικός θεσμός που έρχεται από τα βάθη της ιστορίας και φτάνει ως τις μέρες μας. Καθιερώθηκε από παλιά στη συνείδηση όλων των κατοίκων της τεράστιας Οθωμανικής επαρχίας, που η έδρα της ήταν τα Σέρβια. Πρέπει να ταξιδέψουμε πίσω στο 1500 για να δούμε ότι λειτουργεί από τότε, ενώ για να φτάσουμε στη γέννηση του, θα πρέπει να ανατρέξουμε στη Βυζαντινή περίοδο. Ξεκίνησε σαν μια χριστιανική αλλά και εμπορική πανήγυρη μέσα στην περίοδο της τουρκοκρατίας.
Όλα ξεκινούν μετά την Απελευθέρωση της 10ης Οκτωβρίου 1912, όταν ο πρώτος Κοινοτάρχης των Σερβίων, Γεώργιος Παπαπαράσχος, θέτει τις βάσεις για μια οργανωμένη πανήγυρη. Σιγά σιγά μοιραία ο κόσμος περιμένει ένα τεράστιο ‘παζάρι’ για να καλύψει τις ετήσιες ανάγκες του σε όλα τα είδη και τα βρίσκει άφθονα στην πανήγυρη των Σερβίων. Χιλιάδες ζώα αλλάζουν χέρια, τρόφιμα, φρούτα, γαλακτοκομικά πλημυρίζουν τις παράγκες. Είδη ένδυσης, υπόδησης, πλεκτά, υφαντά, σκεύη και γενικά όλα όσα χρειάζεται και μπορεί να φανταστεί ο κάθε αγοραστής. Οι πωλητές οι εκθέτες και οι επισκέπτες , πολυάριθμοι και από παντού. Λιβάδι, Σαραντάπορο αλλά και από την Ελασσώνα και την Τσαριτσάνη. Όλα τα κοντινά χωριά της Κατερίνης, της Βέροιας και των Γρεβενών και όλος ο νομός Κοζάνης φυσικά.
Από αρχαιοτάτων χρόνων ο άνθρωπος προσπάθησε με την μέθοδο της ανταλλαγής προϊόντων ν’ αναπτύξει το εμπόριο. Έτσι σιγά- σιγά άρχισε να εμπορεύεται τα προϊόντα του σε τοπικό χαρακτήρα, αργότερα όμως επινόησε τα τοπικά πανηγύρια των χωριών και αυτά αναπτύχθηκαν σε μεγαλύτερα περιφερειακά πανηγύρια, με λιγότερο θρησκευτικό χαρακτήρα και με περισσότερο εμπορικό, σε κεφαλοχώρια, σε κεντρικά σημεία μιας επαρχίας ή και σε φυσικά περάσματα. Έτσι καθιερώθηκαν τα παζάρια (εμποροζωοπονηγύρια). Τα παζάρια ήσαν τόπος συγκέντρωσης κατοίκων των γύρω περιοχών με σκοπό να εμπορευτούν ή ν’ ανταλλάξουν τα προϊόντα τους.
Τα πανηγύρια αυτά ήταν ένα μωσαϊκό εμπορίου, εκδηλώσεων, λατρείας και συναγωγής και τα κατέκλυζαν πλανόδιοι έμποροι έχοντας ό,τι αγαθό κυκλοφορούσε στην τοπική κοινωνία αλλά και πολλά ξενόφερτα εμπορεύματα που ήσαν άγνωστα στον εκάστοτε τόπο.
Σε κάθε μέρος ή χωριό που διεξαγόταν η εμποροζωοπανήγυρη η τοπική εξουσία είχε καθιερώσει φόρο για αυτούς που είχαν τις μπαράκες (πρόχειρα παραπήγματα εκθέσεως εμπορευμάτων), για την είσοδο των ζώων, για τους πλανόδιους, ακόμη και για αυτούς που έμπαιναν στο χώρο σαν επαγγελματίες να διασκεδάσουν τον κόσμο.
Τα πανηγύρια αυτά ήταν ένα μωσαϊκό εμπορίου, εκδηλώσεων, λατρείας και συναγωγής και τα κατέκλυζαν πλανόδιοι έμποροι έχοντας ό,τι αγαθό κυκλοφορούσε στην τοπική κοινωνία αλλά και πολλά ξενόφερτα εμπορεύματα που ήσαν άγνωστα στον εκάστοτε τόπο.
Σε κάθε μέρος ή χωριό που διεξαγόταν η εμποροζωοπανήγυρη η τοπική εξουσία είχε καθιερώσει φόρο για αυτούς που είχαν τις μπαράκες (πρόχειρα παραπήγματα εκθέσεως εμπορευμάτων), για την είσοδο των ζώων, για τους πλανόδιους, ακόμη και για αυτούς που έμπαιναν στο χώρο σαν επαγγελματίες να διασκεδάσουν τον κόσμο.
Οι κεντρικοί δρόμοι (μονοπάτια τότε που οδηγούσαν στον τόπο της εμποροζωοπανήγυρης) κατά την προσέλευση αλλά και κατά την αποχώρηση υπήρχε μια κυκλοφοριακή συμφόρηση φτιαγμένη από ένα πάζλ από ζώα (αγελάδια, άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, γουρούνια, πρόβατα, γίδια, σκυλιά, κοτόπουλα, χήνες, παπιά και γαλοπούλες) που προσέρχονταν στον τόπο της πανήγυρης.
Υποζύγια φορτωμένα με πραμάτειες, κάθε λογής άνθρωποι, από μικρά παιδιά μέχρι και γέροι, άλλος τράβαγε τα άλογα άλλος κυνηγούσε τα γουρούνια άλλος τα πρόβατα, άλλος με τα καλάμια σπρώχνοντας τις γαλοπούλες στον δρόμο. Η σκόνη που άφηναν πίσω θύμιζε άλλες εποχές του κατατρεγμού και του δρόμου της αναγκαστικής προσφυγιάς.
Μέσα σε αυτούς και οι μανάβηδες με ένα σωρό είδη λαχανικών και κηπευτικών αλλά και φρούτων, οι εμποράκοι με την πραμάτεια τους πιο βιαστικοί από τους άλλους να πάνε να πιάσουν κάποια καλή θέση.
Το σούρουπο έπιαναν τόπο και έστρωναν τις κουβέρτες τους στο μέρος που θα περάσουν την νύχτα τους να ξεκουραστούν. Οι οργανοπαίχτες και αυτοί συνέθεταν το πάζλ της ομορφιάς αλλά και της διασκέδασης των πανηγυριστών.
Πάρα πολλοί πιστοί κατάκλυζαν στις εκκλησίες την παραμονή της εορτής και με πολλή κατάνυξη παρακολουθούσαν τον εσπερινό, αλλά και ξενυχτούσαν γύρω από τον εκάστοτε ναό, μέχρι την ημέρα της εορτής.
1. Το εμπόριο ζώων (τσαμπασιλίκι): Η αγοροπωλησία διαφόρων ζώων είτε ζώα προς εργασία, (άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, βόδια) είτε ζώα προς πάχυνση ή αναπαραγωγή, (πρόβατα, γίδια, γουρούνια, κοτόπουλα, κουνέλια, γαλιά, χήνες, φραγκόκοτες, παπιά κ.λπ).
Επίσης από όλα αυτά τα ζώα πολλές φορές γινόντουσαν αγοροπωλησίες για αναπαραγωγή, αλλά και για το τσαμπασιλίκι (κέρδος από αγοροπωλησία).
Επίσης εκεί πήγαιναν ζώα για διασταύρωση που γινόταν επί πληρωμή .
Τις καλύτερες δουλειές στα πανηγύρια τις έκαναν οι τσαμπάσηδες. Οι τσαμπάσηδες ήταν οι σημερινοί μεσάζοντες όμως με τη διαφορά ότι οι τσαμπάσηδες δεν έπαιρναν τα τσαμπασιλίκια (μεσιτικά) μόνο αλλά αγόραζαν ότι έβρισκαν φθηνό και το πουλούσαν αλλού πιο ακριβό. Ήταν της δουλειάς και ήξεραν τα τερτίπια του ζωεμπορίου αλλά και είχαν τους τρόπους και το λέγειν να πείσουν από τη μια τους πωλητές ν’ αγοράσουν φθηνά και από την άλλη τους υποψήφιους αγοραστές να πουλήσουν κατά πολύ ακριβότερα.
Όταν κάποιος είχε άλογο, γαϊδούρι, μουλάρι, ή βόδι και ήθελε να το πουλήσει έβαζε επάνω στο κεφάλι του ένα κλαδί χλωρό εις ένδειξη ότι πωλείται. Πολλές φορές οι τσαμπάσηδες, όταν ήθελαν να ανταλλάξουν κάποιο ζώο και η αξία του ήταν μεγαλύτερη από το ζώο της ανταλλαγής έλεγαν «τράμπα και χαΐρι» δηλώνοντας ότι δεν φθάνει η ανταλλαγή και χρειάζεται να πληρώσει ο ανταλλάξας και κάτι παραπάνω σε χρήματα.
Πέρα από τα διάφορα τερτίπια, που σοφίζονταν οι τσαμπάσηδες, τα άλογα και γαϊδουρομούλαρα όταν ήσαν γέρικα, τους έτριβαν τα χείλη με αλάτι, για να μουλιάσουν, να πρηστούν και να φαίνονται νέα και υγιή.
2. Εμπόριο: Εμπόριο ειδών πρώτης ανάγκης και εργαλεία καθημερινής χρήσης, όπως γεωργικά εργαλεία, κτηνοτροφικά, σκεύη οικιακής χρήσης, ρούχα εξοπλισμοί κατοικιών, και προσωπικά είδη εμπόριο σιτηρών, όσπρίων, λαχανικών και ότι το φαγώσιμο υπήρχε εκείνη την εποχή.
3. Γυρολόγοι: Εκεί γινόταν οι δουλειές του ποδαριού όπως λέμε. Ψιλικατζήδες, πραματευτάδες, χαρτορίχτρες, παπατζήδες, παλιατζήδες, πλανόδιοι, μαυραγορίτες, ζητιάνοι, προξενητάδες, ληστές, κακοποιοί κι ένα σωρό διάφοροι καιροσκόποι που προσπαθούσαν να βγάλουν ένα μεροκάματο με οποιοδήποτε τρόπο που θα εύρισκαν την κατάλληλη ευκαιρία σε αυτή την κοσμοσυρροή.
Υποζύγια φορτωμένα με πραμάτειες, κάθε λογής άνθρωποι, από μικρά παιδιά μέχρι και γέροι, άλλος τράβαγε τα άλογα άλλος κυνηγούσε τα γουρούνια άλλος τα πρόβατα, άλλος με τα καλάμια σπρώχνοντας τις γαλοπούλες στον δρόμο. Η σκόνη που άφηναν πίσω θύμιζε άλλες εποχές του κατατρεγμού και του δρόμου της αναγκαστικής προσφυγιάς.
Μέσα σε αυτούς και οι μανάβηδες με ένα σωρό είδη λαχανικών και κηπευτικών αλλά και φρούτων, οι εμποράκοι με την πραμάτεια τους πιο βιαστικοί από τους άλλους να πάνε να πιάσουν κάποια καλή θέση.
Το σούρουπο έπιαναν τόπο και έστρωναν τις κουβέρτες τους στο μέρος που θα περάσουν την νύχτα τους να ξεκουραστούν. Οι οργανοπαίχτες και αυτοί συνέθεταν το πάζλ της ομορφιάς αλλά και της διασκέδασης των πανηγυριστών.
Πάρα πολλοί πιστοί κατάκλυζαν στις εκκλησίες την παραμονή της εορτής και με πολλή κατάνυξη παρακολουθούσαν τον εσπερινό, αλλά και ξενυχτούσαν γύρω από τον εκάστοτε ναό, μέχρι την ημέρα της εορτής.
Τις δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν μπορούμε να τις κατατάξουμε σε οκτώ ενότητες ανάλογα με το αντικείμενο της κάθε δραστηριότητας:
1. Το εμπόριο ζώων (τσαμπασιλίκι): Η αγοροπωλησία διαφόρων ζώων είτε ζώα προς εργασία, (άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, βόδια) είτε ζώα προς πάχυνση ή αναπαραγωγή, (πρόβατα, γίδια, γουρούνια, κοτόπουλα, κουνέλια, γαλιά, χήνες, φραγκόκοτες, παπιά κ.λπ).
Επίσης από όλα αυτά τα ζώα πολλές φορές γινόντουσαν αγοροπωλησίες για αναπαραγωγή, αλλά και για το τσαμπασιλίκι (κέρδος από αγοροπωλησία).
Επίσης εκεί πήγαιναν ζώα για διασταύρωση που γινόταν επί πληρωμή .
Τις καλύτερες δουλειές στα πανηγύρια τις έκαναν οι τσαμπάσηδες. Οι τσαμπάσηδες ήταν οι σημερινοί μεσάζοντες όμως με τη διαφορά ότι οι τσαμπάσηδες δεν έπαιρναν τα τσαμπασιλίκια (μεσιτικά) μόνο αλλά αγόραζαν ότι έβρισκαν φθηνό και το πουλούσαν αλλού πιο ακριβό. Ήταν της δουλειάς και ήξεραν τα τερτίπια του ζωεμπορίου αλλά και είχαν τους τρόπους και το λέγειν να πείσουν από τη μια τους πωλητές ν’ αγοράσουν φθηνά και από την άλλη τους υποψήφιους αγοραστές να πουλήσουν κατά πολύ ακριβότερα.
Όταν κάποιος είχε άλογο, γαϊδούρι, μουλάρι, ή βόδι και ήθελε να το πουλήσει έβαζε επάνω στο κεφάλι του ένα κλαδί χλωρό εις ένδειξη ότι πωλείται. Πολλές φορές οι τσαμπάσηδες, όταν ήθελαν να ανταλλάξουν κάποιο ζώο και η αξία του ήταν μεγαλύτερη από το ζώο της ανταλλαγής έλεγαν «τράμπα και χαΐρι» δηλώνοντας ότι δεν φθάνει η ανταλλαγή και χρειάζεται να πληρώσει ο ανταλλάξας και κάτι παραπάνω σε χρήματα.
Πέρα από τα διάφορα τερτίπια, που σοφίζονταν οι τσαμπάσηδες, τα άλογα και γαϊδουρομούλαρα όταν ήσαν γέρικα, τους έτριβαν τα χείλη με αλάτι, για να μουλιάσουν, να πρηστούν και να φαίνονται νέα και υγιή.
2. Εμπόριο: Εμπόριο ειδών πρώτης ανάγκης και εργαλεία καθημερινής χρήσης, όπως γεωργικά εργαλεία, κτηνοτροφικά, σκεύη οικιακής χρήσης, ρούχα εξοπλισμοί κατοικιών, και προσωπικά είδη εμπόριο σιτηρών, όσπρίων, λαχανικών και ότι το φαγώσιμο υπήρχε εκείνη την εποχή.
3. Γυρολόγοι: Εκεί γινόταν οι δουλειές του ποδαριού όπως λέμε. Ψιλικατζήδες, πραματευτάδες, χαρτορίχτρες, παπατζήδες, παλιατζήδες, πλανόδιοι, μαυραγορίτες, ζητιάνοι, προξενητάδες, ληστές, κακοποιοί κι ένα σωρό διάφοροι καιροσκόποι που προσπαθούσαν να βγάλουν ένα μεροκάματο με οποιοδήποτε τρόπο που θα εύρισκαν την κατάλληλη ευκαιρία σε αυτή την κοσμοσυρροή.
4. Μαστόροι, τεχνίτες: Βαρελάδες, αλμπάνηδες (πεταλωτές), καροποιοί, ξυλουργοί, γανωματήδες, τσοκανάδες, καλαθάδες, καρεκλάδες, καπελάδες, ομπρελάδες, τερζήδες, καλφάδες, μπαρμπέρηδες, ραφτάδες, χτενάδες, φαρμακοτρίφτες, αμπατζήδες (έφτιαχναν κάπες για βοσκούς και αγρότες), σαμαράδες, καλλιτέχνες ζωγράφοι, σκαλιστές ξύλου και πάρα πολλοί άλλοι τεχνίτες ο καθένας με το είδος του.
5. Θεάματα: τα δημόσια θεάματα δεν έλειπαν ποτέ από τα πανηγύρια, όπως οι ακροβάτες, αρκουδιάρηδες, μαϊμουτζήδες, παλαιστές, λατερνατζήδες, ταχυδακτυλουργοί, καραγκιοζοπαίχτες. κ.λπ.
6. Τροφοδοσία: Από θέμα φαγητού και αυτό είχε την δική του θέση σε αυτό το πανηγύρι, όπως οι χασάπηδες, οι μανάβηδες, οι ψαράδες, οι φουρναραίοι, οι περιφερόμενοι με το ψωμοτύρι, άλλοι φώναζαν θυμάμαι καλά «λουκούμι και νερό, ένα φράγκο και τα δυο».
Συνήθως οι ψαράδες και οι μανάβηδες δεν είχαν κάποια μπαράκα (πρόχειρη θέση καλύβα), για να εκθέσουν την πραμάτεια τους. Όμως μερικοί τα μετέφεραν σε κοφίνια στον ώμο τους και τα διαλαλούσαν ο καθένας με το εμπόρευμα του και με τον τρόπο του.
Επίσης εκεί βρίσκουμε τον λουκουματζή, τον γλυκατζή, τον φιστικά, τον σαλεπιτζή, τον παστελά, τον κουλουρά, τον μπουζακλά και διάφορους άλλους που προσπαθούσαν να πουλήσουν την πραμάτεια τους.
5. Θεάματα: τα δημόσια θεάματα δεν έλειπαν ποτέ από τα πανηγύρια, όπως οι ακροβάτες, αρκουδιάρηδες, μαϊμουτζήδες, παλαιστές, λατερνατζήδες, ταχυδακτυλουργοί, καραγκιοζοπαίχτες. κ.λπ.
6. Τροφοδοσία: Από θέμα φαγητού και αυτό είχε την δική του θέση σε αυτό το πανηγύρι, όπως οι χασάπηδες, οι μανάβηδες, οι ψαράδες, οι φουρναραίοι, οι περιφερόμενοι με το ψωμοτύρι, άλλοι φώναζαν θυμάμαι καλά «λουκούμι και νερό, ένα φράγκο και τα δυο».
Συνήθως οι ψαράδες και οι μανάβηδες δεν είχαν κάποια μπαράκα (πρόχειρη θέση καλύβα), για να εκθέσουν την πραμάτεια τους. Όμως μερικοί τα μετέφεραν σε κοφίνια στον ώμο τους και τα διαλαλούσαν ο καθένας με το εμπόρευμα του και με τον τρόπο του.
Επίσης εκεί βρίσκουμε τον λουκουματζή, τον γλυκατζή, τον φιστικά, τον σαλεπιτζή, τον παστελά, τον κουλουρά, τον μπουζακλά και διάφορους άλλους που προσπαθούσαν να πουλήσουν την πραμάτεια τους.
7. Διασκέδαση: Στο πανηγύρι το κύριο μέλημα ήταν η διασκέδαση. Εκεί θα έβρισκες τους οργανοπαίχτες, τους λατερνατζήδες τους γύφτους με τα νταούλια και τις πίπιζες, τα οργανωμένα συγκροτήματα, που έδιναν την δική τους ομορφιά σε αυτό το πάζλ της ροής αυτού του εθίμου.
8. Αγώνες, εκδηλώσεις: Εκεί γινόταν και διάφοροι αγώνες όπως ιππικοί, ελευθέρας πάλης, τρεξίματος μεταξύ των πανηγυριωτών, διάφορα παιχνίδια. Εκεί κανείς συναντούσε τους αγώνες κοκορομαχίας, αγώνας μεταξύ κριαριών το ποιο θα επικρατήσει σε μια πάλη ζωής και θανάτου για τα αντιμαχόμενα ζώα.
Το πανηγύρι αυτό ήταν ένα είδος διασκέδασης ώστε να ξεφεύγει ο κόσμος της εποχής εκείνης από τα καθημερινά προβλήματα.
Όλοι πήγαιναν στα πανηγύρια για να επιφέρουν κάποιο κέρδος στην οικονομία τους, όλοι ήθελαν να φύγουν κερδισμένοι, τώρα ποιος έβγαινε χαμένος δεν ξέρουμε.
Γενικά τα πανηγύρια άρχιζαν από τις 23 Απριλίου (εορτή του Αγίου Γεωργίου) και τελείωναν στις 26 Οκτωβρίου, (εορτή του Αγίου Δημητρίου).
Ο λαός έλεγε για τα πανηγύρια: «Αγιώργης τ’ ανοίγει και Αϊ- Δημήτρης τα κλείνει». Ή «Καβαλάρης τ’ ανοίγει, καβαλάρης τα κλείνει», εννοούσαν αυτούς τους δύο Αγίους, που απεικονίζονται καβάλα στ’ άλογά τους.
8. Αγώνες, εκδηλώσεις: Εκεί γινόταν και διάφοροι αγώνες όπως ιππικοί, ελευθέρας πάλης, τρεξίματος μεταξύ των πανηγυριωτών, διάφορα παιχνίδια. Εκεί κανείς συναντούσε τους αγώνες κοκορομαχίας, αγώνας μεταξύ κριαριών το ποιο θα επικρατήσει σε μια πάλη ζωής και θανάτου για τα αντιμαχόμενα ζώα.
Το πανηγύρι αυτό ήταν ένα είδος διασκέδασης ώστε να ξεφεύγει ο κόσμος της εποχής εκείνης από τα καθημερινά προβλήματα.
Όλοι πήγαιναν στα πανηγύρια για να επιφέρουν κάποιο κέρδος στην οικονομία τους, όλοι ήθελαν να φύγουν κερδισμένοι, τώρα ποιος έβγαινε χαμένος δεν ξέρουμε.
Γενικά τα πανηγύρια άρχιζαν από τις 23 Απριλίου (εορτή του Αγίου Γεωργίου) και τελείωναν στις 26 Οκτωβρίου, (εορτή του Αγίου Δημητρίου).
Ο λαός έλεγε για τα πανηγύρια: «Αγιώργης τ’ ανοίγει και Αϊ- Δημήτρης τα κλείνει». Ή «Καβαλάρης τ’ ανοίγει, καβαλάρης τα κλείνει», εννοούσαν αυτούς τους δύο Αγίους, που απεικονίζονται καβάλα στ’ άλογά τους.
ευχαριστούμε τις πηγές για το άρθρο:
Αντρώνη https://www.antroni.gr/index.php/paradosi/a/723-2012-03-11-23-44-58
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου