Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

Το "Σάλι", η σχεδία που περνούσε τους "Περατιανούς" των Πιεριών απέναντι.

Βέροια, δεκαετίες 1940-1950.  
Το "σάλι" του Αλιάκμονα αρχικά ήταν σχεδία επάνω σε σιδερένια άδεια βαρέλια, απομεινάρι της γερμανικής κατοχής, που εξυπηρετούσε τους κατοίκους της περιοχής (τους "περατιανούς" που ζούσαν πέρα από το ποτάμι) στο πέρασμα του Αλιάκμονα, αφού οι Άγγλοι ανατίναξαν την παλιά γέφυρα το 1940. 
(Βαρκάρηδες στη αρχική σχεδία οι Παύλος Γεωργιάδης και Γεώργιος Πετμεζάς .
Αργότερα κατασκευάστηκε το σάλι του Αϊβατζόγλου που εικονίζεται στην φωτογραφία και το οποίο λειτούργησε έως την κατασκευή της σημερινής γέφυρας).

Το "σάλι" του Αλιάκμονα (από το προσωπικό αρχείο του Παναγιώτη Ζέρβα).


Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2019

Ράδιο "Πιέρια Όρη" - Το ραδιόφωνο της σελίδας μας !!!

Το ραδιόφωνο της σελίδας μας - Ράδιο "Πιέρια Όρη" με την παραδοσιακή μουσική του τόπου μας...
Καλή Ακρόαση !!!
(Ακούστε μας πατώντας στην κορυφή τηε σελίδας μας, αριστερά στο κόκκινο πλαίσιο ή εδώ: https://radiopieriaorh.blogspot.com)


Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Όλυμπος: Τα μυστήρια που τυλίγουν την κατοικία των θεών


Αν ψάξεις για τον Όλυμπο θα διαβάσεις αμέτρητες ιστορίες, μύθους, γεγονότα, μαρτυρίες και εικασίες που ξεπερνούν ακόμα και σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Εύκολα θα διαπιστώσεις πως οι θρύλοι καλύπτουν κάθε κορυφή και πλαγιά του. Από ιστορίες για νεραϊδότοπους, επισκέψεις ιπτάμενων δίσκων στο «μπαλκόνι» του Δία μέχρι ισχυρά ηλεκτρομαγνητικά πεδία κ.α. Αποδείξεις δεν έχουμε να παραθέσουμε μα οι μύθοι και ιστορίες πάντα γοητεύουν. Παρακάτω θα βρεις μερικές από τις πιο δημοφιλείς ιστορίες που πλανώνται γύρω από αυτό το ιερό βουνό…

#1. Το Στεφάνι του Δία
Λέγεται ότι κατά την ανατολή του ήλιου οι σκιές που δημιουργούνται στην κόψη του
Το Στεφάνι του Δία
βουνού στην κορυφή Στεφάνι (3η ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου), απεικονίζουν το πρόσωπο του Δία με εμφανή τα χαρακτηριστικά του. Η τοποθεσία που φαίνεται το πρόσωπο του Δία έχει ονομαστεί «Ο θρόνος του Δία».


#2. Οι πυραμίδες του Ολύμπου
Σύμφωνα με την παράδοση και την εκτίμηση μελετητών οι πυραμοειδές κορυφές του Ολύμπου δεν είναι τυχαίες. Οι πυραμίδες δημιουργήθηκαν τους αρχαίους χρόνους, στις κορυφές τους βρίσκονται οι περιοχές Τούμπα, Αγ. Αντώνιος και Προφήτης Ηλίας αντίστοιχα.
Ένα βασικό στοιχείο για τις πυραμίδες είναι οι αποστάσεις και οι μοίρες που σχηματίζουν οι γωνίες τους. Σύμφωνα με έρευνες την ίδια ακριβώς γωνία έχουν και τα 3 αστέρια της ζώνης του Ωρίωνα στον ουρανό (οι λεγόμενες «Τρείς Βασιλείες»). Από τα τρία αυτά άστρα, τα δύο είναι σε ευθεία γραμμή και το τρίτο απέχει 27 μοίρες. Ενώ ακριβώς το ίδιο παρατηρείται στις πυραμίδες της Γκίζας στην Αίγυπτο. Έτσι ξεκινούν νέες ιστορίες και μύθοι, για το κατά πόσο είναι φυσικές ή τεχνητές οι πυραμίδες του Ολύμπου.
Οι πυραμίδες του Ολύμπου



#3. U.F.O στον Όλυμπο;
Φήμες έχουν σκορπίσει για ένα άγνωστο ιπτάμενο αντικείμενο να κάνει την εμφάνιση του στους νομούς Πιερίας και Μαγνησίας και γενικότερα στην ευρύτερη περιοχή του Ολύμπου. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες όσων το έχουν δει εμφανίζεται με τρομερή ταχύτητα από τη θάλασσα και σε δευτερόλεπτα φτάνει στην κορφή του Ολύμπου και εξαφανίζεται από πίσω του.
Όπως είναι φυσικό οι ιστορίες και οι μύθοι για εξωγήινους και όντα μονοπωλούν τις συζητήσεις. Οι λογικοί υποστηρίζουν ότι πρόκειται για δοκιμές αεροσκάφους που μελλοντικά θα χρησιμοποιηθεί από το στρατό.


#4. Η Εκκλησία του Προφήτη Ηλία

Πολλοί είναι οι κάτοικοι αλλά και οι επιστήμονες, οι οποίοι έχουν αναφέρει πως στην περιοχή που βρίσκεται η Εκκλησία του προφήτη Ηλία στον Όλυμπο, υπάρχουν πολύ ισχυρά ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Οι μαρτυρίες πολλών παρευρισκόμενων κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εκκλησίας, υποστηρίζουν την αίσθηση της ανατριχίλας καθώς και να σηκώνονται τα μαλλιά τους από την ισχυρή ηλεκτρική φόρτιση του χώρου.


#5. Πόρτες του Ολύμπου (Σπήλαιο Τσακαλόπετρας)
Η περιοχή Πόρτες του Ολύμπου, αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα γεωμαγνητικά μέρη της Ελλάδας. Η σπηλιά της Τσακαλόπετρας έχει μακρά ιστορία αφού στην εποχή της τουρκοκρατίας, αποτέλεσε σημείο συγκεντρώσεων της Φιλικής Εταιρείας. Επίσης λέγεται ότι το ισχυρό γεωμαγνητικό και ηλεκτρικό πεδίο, με το οποίο είναι φορτισμένη η σπηλιά έχει κινήσει το ενδιαφέρον και επιστημόνων της ΝΑSΑ ώστε να κάνουν πειράματα. Μέσα στο σπήλαιο υπάρχει ένα Εκκλησάκι στο οποίο η Φιλική Εταιρεία είχε αφήσει έγγραφα-εντολές προς τους κατοίκους, τα οποία σώζονται μέχρι και σήμερα.
Πόρτες του Ολύμπου 



#6. Οι Πιερίδες Μούσες
Ο μύθος των Πιερίδων μουσών, είναι πολύ γνωστός στους κατοίκους των χωριών γύρω από τα Πιέρια Όρη. Σε αυτήν την περιοχή θα ακούσεις αρκετές ιστορίες μυστήριων φαινομένων. Βοσκοί, εργάτες, αλλά και κάτοικοι της περιοχής, έχουν αναφέρει ότι έβλεπαν γυμνές κοπέλες να χορεύουν στο δάσος τραγουδώντας, χαρακτηρίζοντας ως Μούσες.
Στην ελληνική μυθολογία οι Πιερίδες Νύμφες ήταν οι εννέα θυγατέρες του Πιέρου και της Ευίππης, και διέμεναν στην Πιερία. Επειδή τραγουδούσαν πολύ ωραία, οι Πιερίδες θέλησαν κάποτε να συναγωνισθούν τις Μούσες και ανέβηκαν στον Ελικώνα. Οι Μούσες όμως νίκησαν στον συναγωνισμό στο τραγούδι τις Πιερίδες και για να τις τιμωρήσουν τις μεταμόρφωσαν σε κίσσες (είδος πτηνού).

πηγή : in.gr

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2019

Μέγα θαύμα στα Πιέρια περιγράφει ο Αρχιμανδρίτης Πορφύριος Μπατσαράς

Σε χωριό των Πιερίων, συνέβη το εξής (μάς το διηγήθηκαν ο ψάλτης και ο εκκλησιαστικός επίτροπος).
"Την ημέρα, λοιπόν, της Αγίας Παρασκευής, στις 26 Ιουλίου 2019, ήταν λειτουργός ο Άγιος Αθανάσιος (η φράση αυτή σημαίνει ότι η λειτουργία τελέσθηκε στον ναό του Αγίου Αθανασίου). 
Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, ένας χωριανός ζήτησε την παλαιά εικόνα του Αγίου Αθανασίου και την πήρε (σε όλα τα χωριά των Πιερίων συνηθίζεται να παίρνουν τα εικονίσματα, όταν έχουν κάποια ανάγκη. Στο Δάσκιο, για παράδειγμα, η Αγία Παρασκευή γυρίζει τα σπίτια των Δασκιωτών και στο χωριό και στην Βέροια, μέχρι την Θεσσαλονίκη φτάνει).
Ο κυρ Βασίλης λοιπόν είχε άρρωστη την θυγατέρα του, σε τελικό στάδιο. Πήρε τον Άγιο και τής τον πήγε. Και το κορίτσι σφιχταγγάλιασε με πολύν πόνο και πόθο τον Άγιο.
Αυτές τις ημέρες, βγήκαν τα αποτελέσματα.
Το κορίτσι είναι πεντακάθαρο από την κακιά αρρώστια.
Την ωραία αυτήν ιστορία την μάθαμε την Τρίτη, στις 13 Αυγούστου, ενώ τα αποτελέσματα τα ανακοίνωσαν οι συγγενείς στις 11 Αυγούστου 2019.
Οι Άγιοι απαντούν στα αιτήματά μας και γιατρεύουν τον ανθρώπινο πόνο".

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2019

TO ΔΑΣΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΟΛΩΝ ΜΑΣ.


1). Δεν πετάμε αναμμένα τσιγάρα, δεν καίμε ξερά χόρτα και κλαδιά, δεν εκτελούμε εργασίες με την χρήση μηχανημάτων που προκαλούν σπινθήρες όπως συσκευές συγκόλλησης κ.α. 

Μην αφήνετε σκουπίδια στο δάσος. Υπάρχει κίνδυνος ανάφλεξης. 


Δεν παρκάρουμε όσο είναι ”ζεστό” ακόμη το όχημα μας σε χώρο με ξηρά χόρτα,υπάρχει κίνδυνος, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών για πρόκληση πυρκαγιάς.


Οσοι δεν έχετε φροντίσει για τον καθαρισμό του κήπου, αυλών και υπαίθριων χώρων, από ξηρά χόρτα και κλάδεμα των δένδρων, ώστε να μην ακουμπούν στο έδαφος τα κλαδιά, φροντίστε το έστω τώρα.


2). Σε περίπτωση πυρκαγιάς ενεργούμε ως εξης:
Eιδοποιούμε άμεσα την Πυροσβεστική Υπηρεσίας στο 199 και δίνουμε πληροφορίες για την περιοχή επ’ ακριβώς,τι καίγεται,το είδος της καύσιμης ύλης και όποια άλλη σημαντική πληροφορία.  

Μιλάμε χωρίς ένταση και δεν κλείνουμε πρώτοι το τηλέφωνο,για να μπορούν να μας ρωτήσουν οτιδήποτε θεωρούν ότι θα είναι χρήσιμο. Επίσης,αν είναι εφικτό και δεν θέτουμε σε κίνδυνο την σωματική μας ακεραιότητα και τη ζωή μας,προσπαθούμε να σβήσουμε την μικρή εστία,πριν εξελιχθεί.

Δεν κλείνουμε την είσοδο δασικών δρόμων,για να έχουν πρόσβαση τα πυροσβεστικά οχήματα.

Σεβόμαστε τα απαγορευτικά πρόσβασης στα δάση σε περιόδους υψηλού κίνδυνου.

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Για όλα τούτα, διάλεξα ετούτο τον τόπο ...

"Με ρωτάνε,  καλά, γιατί άφησες τη μεγαλούπολη και τις ανέσεις, και γύρισες στο χωριό;
Τους απαντώ, λέγοντάς τους την αλήθεια. Αφού δεν είχα τη δυνατότητα να διαλέξω πού θα γεννιόμουνα, τουλάχιστο ας έχω τη δυνατότητα να διαλέξω που θα με θάψουνε'.
Γελάνε με την απάντησή μου.
Γελώ κι εγώ μαζί τους, επειδή δε μπορούν να καταλάβουν.
Και όμως, αυτό που λέω, το πιστεύω.
Πλέον, δε μπορώ να ζήσω χωρίς να μυρίζω το χώμα, τα πεύκα μετά τη βροχή, τη μυρουδιά του ξύλου στη σόμπα, τον ιδρώτα της δουλειάς στα χωράφια, την ανθρωπιά, το λιβάνι, τη ρίγανη και τη φασκομηλιά, τα δάκρυα και την αγκαλιά του γονιού και τη χαρά συγγενών και φίλων..
Δε μπορώ να ζήσω χωρίς να ακούω την καμπάνα του χωριού να χτυπά πένθιμα και να με ειδοποιεί για τον μισεμό κάποιου συγχωριανού, χωρίς να ακούω τις μπιστολιές που ξεπροβοδίζουν τη νύφη από το πατρικό κονάκι της, χωρίς να ακούω τα εγκώμια τη Μεγαλοβδομάδα, από παράφωνες φωνές του χωριού, χωρίς να ακούω την ονειρική σμίξη της γκάϊντας και το θόρυβο που κάνουν τα ποτήρια με τσίπουρο όταν τσουγκρίζονται μεταξύ τους.
Γιά όλα τούτα, διάλεξα ετούτο τον τόπο να καταθέσω ό,τι μου απομείνει τη στερνή ώρα.
Μιά ανάσα θα μου έχει απόμείνει, εδώ θέλω να την αφήσω.
Αν είναι δυνατό, δίπλα σε μιά φασκομηλιά, για να κουνηθούν τά φύλλα της, μ' εκείνη την ανάσα."

ΑΝΩΝΥΜΟΣ 

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Ο Άγιος Αθανάσιος Ριζωμάτων το Μεγάλο Σάββατο, πριν την Ανάσταση (2018)

Από παιδιά θυμόμαστε τη γιαγιά να μας παίρνει μαζί από πολύ νωρίς το Μεγάλο Σάββατο, να πιάσουμε θέση καλή για την Ανάσταση στην εκκλησιά του χωριού μας. Εμάς, φυσικά ήταν η χαρά μας να πάμε και να παίξουμε στον πανέμορφο περίβολο του Αγίου Αθανασίου..
Τώρα, όντας μεγάλοι πια έχει διαφορετική αξία να είσαι εκεί, ακόμα και πριν αρχίσει η λειτουργία της Ανάστασης. Και ακόμα πιο μεγάλη αξία είναι να μείνεις ως το τέλος και μετά το "Χριστός Ανέστη".
Το παρακάτω βίντεο είναι από μια τέτοια ώρα, από το Μεγάλο Σάββατο του 2018, λίγο πριν αρχίσει η θεία λειτουργία αρχίζοντας να έρχονται οι πρώτοι χωριανοί. 





Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019

Μεγάλη Παρασκευή στα Ριζώματα "Η Ζωή Εν Τάφω, Άξιον Εστί, Αι Γενεαί Πάσαι" (2018)


Τη Μεγάλη Παρασκευή στα Ριζώματα, οι πιστοί συγκεντρώνονται από νωρίς στην εκκλησία του χωριού για να ψάλλουν όλοι μαζί τα εγκώμια του επιτάφιου θρήνου.
Χωρίζονται δεξιά οι άντρες και αριστερά οι γυναίκες του χωριού και τραγουδούν με ήχο που μόνο στα Ριζώματα συναντάται, ("πρακτικής ψαλτικής" όπως μας λέει ο πατέρας Βασίλειος) τα εγκώμια "Η Ζωή Εν Τάφω, Άξιον Εστί, Αι Γενεαί Πάσαι". Αμέσως μετά ο κόσμος βγαίνει έξω και γίνεται η περιφορά του επιταφίου γύρω από το χωριό ή, αν οι καιρικές συνθήκες δεν είναι καλές γύρω από την εκκλησία  (βίντεο από την περιφορά του επιταφίου στα Ριζώματα το 2017).
Η παρούσα ηχογράφηση έγινε τη Μεγάλη Παρασκευή του 2018 στον Άγιο Αθανάσιο Ριζωμάτων.   



ο πατέρας Βασίλειος Βουλιουβάσης 
Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο
συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Ἡ ζωὴ πῶς θνῄσκεις;
πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς;
τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ,
καὶ τοῦ ᾅδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾶς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ἰησοῦ Βασιλεῦ,
καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν καὶ τὰ Πάθη σου,
δι' ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.

Μέτρα γῆς ὁ στήσας,
ἐν σμικρῷ κατοικεῖς,
Ἰησοῦ παμβασιλεῦ τάφῳ σήμερον,
ἐκ μνημάτων τοὺς θανόντας ἀνιστῶν.

Ἰησοῦ Χριστέ μου,
Βασιλεῦ τοῦ παντός,
τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ ᾅδῃ ἐλήλυθας;
ἢ τὸ γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν.

Ὁ Δεσπότης πάντων,
καθορᾶται νεκρός,
καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται,
ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ
κατετέθης Χριστέ,
καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσας,
καὶ ἐπήγασας τῷ κόσμῳ, τὴν ζωήν.

Μετὰ τῶν κακούργων,
ὡς κακοῦργος Χριστέ,
ἐλογίσθης δικαιῶν ἡμᾶς ἅπαντας,
κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.

Ὁ ὡραῖος κάλλει,
παρὰ πάντας βροτούς,
ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται,
ὁ τὴν φύσιν ὠραΐσας τοῦ παντός.

ᾅδης πῶς ὑποίσει,
Σῶτερ παρουσίαν τὴν σήν,
καὶ μὴ θᾶττον συνθλασθείη σκοτούμενος,
ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλη ἐκτυφλωθείς;

Ἰησοῦ γλυκύ μοι,
καὶ σωτήριον φῶς,
τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ κατακέκρυψαι;
ὢ ἀφάτου, καὶ ἀρρήτου ἀνοχῆς!

Ἀπορεῖ καὶ φύσις,
νοερὰ καὶ πληθύς,
ἡ ἀσώματος Χριστὲ τὸ μυστήριον,
τῆς ἀφράστου καὶ ἀρρήτου σου ταφῇς.

Ἡ Ζωὴ θανάτῳ,
θαῦμα! Πῶς ὁμιλεῖ;
Πῶς θανάτῳ καταργεῖται ὁ θάνατος;
ἐκ θανόντος πῶς πηγάζει δὲ ζωή;

Ὢ θαυμάτων ξένων!
ὢ πραγμάτων καινῶν!
Ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται,
κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.

Καὶ ἐν ταφῶ ἔδυς,
καὶ τῶν κόλπων, Χριστέ,
τῶν πατρῴων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας·
τοῦτο ξένον καὶ παράδοξον ὁμοῦ.

Ἀληθὴς καὶ πόλου,
καὶ τῆς γῆς Βασιλεύς,
εἰ καὶ τάφῳ σμικροτάτῳ συγκέκλεισαι,
ἐπεγνώσθης πάσῃ κτίσει Ἰησοῦ.

Σοῦ τεθέντος τάφῳ,
πλαστουργέτα Χριστέ,
τὰ τοῦ ᾅδου ἐσαλεύθη θεμέλια,
καὶ μνημεῖα ἠνεῴχθη τῶν βροτῶν.

Ὁ τὴν γῆν κατέχων,
τῇ δρακὶ νεκρωθείς,
σαρκικῶς ὑπὸ τῆς γῆς νῦν συνέχεται,
τοὺς νεκροὺς λυτρῶν τῆς ᾅδου συνοχῆς.

Ἐκ φθορᾶς ἀνέβη,
ἡ ζωή μου Σωτήρ,
σοῦ θᾳνόντος καὶ νεκροῖς προσφοιτήσαντος,
καὶ συνθλάσαντος τοῦ ᾅδου τοὺς μοχλούς.

Ὡς φωτὸς λυχνία,
νῦν ἡ σὰρξ τοῦ Θεοῦ,
ὑπὸ γῆν ὡς ὑπὸ μόδιον κρύπτεται,
καὶ διώκει τὸν ἐν ᾅδῃ σκοτασμόν.

Νοερῶν συντρέχει,
στρατιῶν ἡ πληθύς,
Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμῳ συστεῖλαί σε,
τὸν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῶ.

Νεκρωθεὶς βουλήσει,
καὶ τεθεὶς ὑπὸ γῆν,
ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου ἐζώωσας,
νεκρωθέντα παραβάσει με πικρᾷ.

Ἠλλοιοῦτο πᾶσα,
κτίσις πάθει τῷ σῷ·
πάντα γάρ σοι, Λόγε συνέπασχον,
συνοχέα σε γινώσκοντα παντός.

Τῆς ζωῆς τὴν πέτραν
ἐν κοιλίᾳ λαβών,
ᾅδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν,
ἐξ αἰῶνος οὕς κατέπιε νεκρούς.

Ἐν καινῷ μνημείῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας,
ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.

Ἐπὶ γῆς κατῆλθες,
ἵνα σώσῃς Ἀδάμ·
καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα,
μέχρις ᾅδου κατελήλυθας ζητῶν.

Συγκλονεῖται φόβῳ,
πᾶσα Λόγε ἡ γῆ,
καὶ φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε,
τοῦ μεγίστου γῇ κρυβέντος σου φωτός.

Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις,
ἐκουσίως Σωτήρ,
ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας,
ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.

Δακρυῤῥόους θρήνους,
ἐπί σε ἡ Ἁγνή,
μητρικῶς ὦ Ἰησοῦ ἐπιῤῥαίνουσα, ἀνεβόα·
πῶς κηδεύσω σε Υἱέ;

Ὥσπερ σίτου κόκκος,
ὑποδὺς κόλπους γῆς,
τὸν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν,
ἀναστήσας τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ, Ἀδάμ.

Ὑπὸ γῆν ἐκρύβης,
ὥσπερ ἥλιος νῦν,
καὶ νυκτὶ τῇ τοῦ θανάτου κεκάλυψαι·
ἀλλ' ἀνάτειλον φαιδρότερον Σωτήρ.

Ὡς ἡλίου δίσκον,
ἡ σελήνη Σωτήρ, ἀποκρύπτει,
καί σε τάφος νῦν ἔκρυψεν,
ἐκλιπόντα τοῦ θανάτου σαρκικῶς.

Ἡ ζωὴ θανάτου,
γευσαμένη Χριστός,
ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε,
καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.

Νεκρωθέντα πάλαι,
τὸν Ἀδὰμ φθονερῶς,
ἐπανάγεις πρὸς ζωὴν τῇ νεκρώσει σου,
νέος Σῶτερ ἐν σαρκὶ φανεὶς Ἀδὰμ.

Νοεραί σε τάξεις,
ἠπλωμένον νεκρόν,
καθορῶσαι δι' ἡμᾶς ἐξεπλήττοντο,
καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι Σωτήρ.

Καθελών σε Λόγε,
ἀπὸ ξύλου νεκρόν,
ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο·
ἀλλ' ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.

Τῶν Ἀγγέλων Σῶτερ,
χαρμονὴ πεφυκώς,
νῦν καὶ λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος,
καθορώμενος σαρκὶ ἄπνους νεκρός.

Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ,
καὶ τοὺς ζῶντας βροτούς, συνυψοῖς·
ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος,
τοὺς κειμένους δ' ὑπ' αὐτὴν ἐξανιστᾶς.

Ὥσπερ λέων Σῶτερ,
ἀφυπνώσας σαρκί,
ὡς τις σκύμνος ὁ νεκρὸς ἐξανίστασαι,
ἀποθέμενος τὸ γῆρας τῆς σαρκός.

Τὴν πλευρὰν ἐνύγης,
ὁ πλευρὰν εἰληφὼς,
τοῦ Ἀδὰμ ἐξ ἧς τὴν Εὔαν διέπλασας,
καὶ ἐξέβλυσας κρουνοὺς καθαρτικούς.

Ἐν κρυπτῷ μὲν πάλαι,
θύεται ὁ ἀμνός·
σὺ δ' ὑπαίθριος τυθείς, ἀνεξίκακε,
πᾶσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας Σωτήρ.

Τὶς ἐξείποι τρόπον,
φρικτὸν ὄντως καινόν;
ὁ δεσπόζων γὰρ τῆς Κτίσεως σήμερον,
πάθος δέχεται, καὶ θνῄσκει δι' ἡμᾶς.

Ὁ ζωῆς ταμίας,
πῶς ὁρᾶται νεκρός;
ἐκπληττόμενοι οἱ Ἄγγελοι ἔκραζον·
πως δ' ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;

Λογχονύκτου Σῶτερ,
ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν,
τῇ ζωῇ τῇ ἐκ ζωῆς ἐξωσάσῃ με,
ἐπιστάζεις καὶ ζωοῖς με σὺν αὐτῇ.

Ἁπλωθεὶς ἐν ξύλῳ,
συνηγάγω βροτούς·
τὴν πλευράν σου δὲ νυγεὶς τὴν ζωήῤῥητον,
πᾶσιν ἄφεσιν πηγάζεις Ἰησοῦ.

Ὁ εὐσχήμων Σῶτερ,
σχηματίζει φρικτῶς,
καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως σε,
καὶ θαμβεῖται σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.

Ὑπὸ γῆν βουλήσει,
κατελθὼν ὡς θνητός,
ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια,
τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἄν νεκρὸς ὡράθης,
ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός,
ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια,
τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἄν νεκρὸς ὡράθης,
ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός,
νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας,
τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.

Ὢ χαρᾶς ἐκείνης!
ὢ πολλῆς ἡδονῆς!
ἧσπερ τοὺς ἐν ᾅδῃ πεπλήρωκας,
ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.

Προσκυνῶ τὸ Πάθος,
ἀνυμνῶ τὴν Ταφήν,
μεγαλύνω σου τὸ κράτος Φιλάνθρωπε,
δι' ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.

Κατά σου ῥομφαῖα,
ἐστιλβοῦτο Χριστέ,
καὶ ῥομφαῖα ἰσχυροῦ μὲν ἀμβλύνεται,
καὶ ῥομφαῖα δὲ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.

Ἡ Ἀμνὰς τὸν Ἄρνα,
βλέπουσα ἐν σφαγῇ,
ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε,
συγκινοῦσα καὶ τὸ ποίμνιον βοᾶν.

Κἄν ἐνθάπτη τάφῳ,
κἄν εἰς Ἅδου μολῇς,
ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας,
καὶ τὸν ᾅδην ἀπεγύμνωσας, Χριστέ.

Ἐκουσίως Σῶτερ,
κατελθὼν ὑπὸ γῆν,
νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας,
καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.

Τῆς Τριάδος ὁ εἷς,
ἐν σαρκὶ δι' ἡμᾶς,
ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον·
φρίττει ἥλιος, καὶ τρέμει δὲ ἡ γῆ.

Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης,
τῆς Ἰούδα φυλῆς,
οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκῳ κατέθεντο,
τὸν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦν.

Ὁ Κριτὴς ὡς κριτὸς,
πρὸ Πιλάτου κριτοῦ,
καὶ παρίστατο καὶ θάνατον ἄδικον,
κατεκρίθη διὰ ξύλου σταυρικοῦ.

Ἀλαζὼν Ἰσραήλ,
μιαιφόνε λαέ,
τι παθὼν τὸν Βαραββὰν ἠλευθέρωσας;
τὸν Σωτῆρα δὲ παρέδωκας Σταυρῷ;

Ὁ χειρί σου πλάσας,
τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς,
δι' αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος,
καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.

Ὑπακούσας Λόγε,
τῷ ἰδίῳ Πατρί,
μέχρις ᾅδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας,
καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.

Οἴμοι φῶς τοῦ Κόσμου!
οἴμοι φῶς τὸ ἐμόν!
Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν,
ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.

Φθονουργέ, φονουργέ,
καὶ ἀλάστορ λαέ,
κἄν σινδόνας καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριον, αἰσχύνθητι,
ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.

Δεῦρο δὴ μιαρέ,
φονευτὰ μαθητά,
καὶ τὸν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξόν μοι,
δι' ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.

Ὡς φιλάνθρωπός τις,
ὑποκρίνῃ μωρὲ
καὶ τυφλὲ πανωλεθρότατε ἄσπονδε,
ὁ τὸ μύρον πεπρακὼς διὰ τιμῆς.

Οὐρανίου μύρου,
ποίαν ἔσχες τιμήν;
τοῦ τιμίου τι ἐδέξω ἀντάξιον;
λύσσαν εὗρες καταρώτατε σατάν.

Εἰ φιλόπτωχος εἶ,
καὶ τὸ μύρον λυπῇ,
κενουμένου εἰς ψυχῆς ἱλαστήριον,
πῶς χρυσῷ ἀπεμπολεῖς τὸν Φωταυγῆ;

Ὦ Θεὲ καὶ Λόγε,
ὢ χαρὰ ἡ ἐμή,
πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον
νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.

Τίς μοι δώσει ὕδωρ,
καὶ δακρύων πηγάς,
ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν,
ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;

Ὦ βουνοὶ καὶ νάπαι,
καὶ ἀνθρώπων πληθύς,
κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε,
σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί.

Πότε ἴδω Σῶτερ,
σε τὸ ἄχρονον φῶς,
τὴν χαρὰν καὶ ἡδονὴν τῆς καρδίας μου;
ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.

Κἄν ὡς πέτρα Σῶτερ,
ἡ ἀκρότομος σὺ,
κατεδέξω τὴν τομήν, ἀλλ' ἐπήγασας,
ζῶν τὸ ῥεῖθρον ὡς πηγὴ ὤν τῆς ζωῆς.

Ὡς ἐκ κρήνης μιᾶς,
τὸν διπλοῦν ποταμόν,
τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι,
τὴν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.

Θέλων ὤφθης Λόγε,
ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, ἀλλὰ ζῇς,
καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας,
ἀναστάσει σου Σωτήρ μου ἐγερεῖς.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἀνυμνοῦμεν Λόγε σε τὸν πάντων Θεόν,
σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι,
καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου Ταφήν.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Μακαρίζομέν σε,
Θεοτόκε ἁγνή,
καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν τὴν τριήμερον,
τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.





Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,
τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα,
καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην·
τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν ἔχομεν,
τὴν ἀπάθειαν ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.

Ἔφριξεν ἡ γῆ,
καὶ ὁ ἥλιος Σῶτερ ἐκρύβη,
σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς Χριστέ,
ἐν τῷ τάφῳ δύντος νῦν σωματικῶς.

Ὕπνωσας, Χριστέ,
τὸν φυσίζωον ὕπνον ἐν τάφῳ,
καὶ βαρέως ὕπνου ἐξήγειρας,
τοῦ τῆς ἁμαρτίας, τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος.

Μόνη γυναικῶν,
χωρὶς πόνων ἔτεκόν σε Τέκνον,
πόνους δὲ νῦν φέρω πάθει τῷ σῷ,
ἀφορήτους, ἀνεβόα ἡ Σεμνή.

Ἄνω σε Σωτήρ,
ἀχωρίστως τῷ Πατρὶ συνόντα,
κάτω δὲ νεκρὸν ἠπλωμένον γῆ,
καθορῶντα φρίττει νῦν τὰ Σεραφίμ.

Ρήγνυται ναοῦ,
καταπέτασμα τῇ σῇ Σταυρώσει,
κρύπτουσι φωστῆρες Λόγε τὸ φῶς,
σου κρυβέντος τοῦ ἡλίου ὑπὸ γῆν.

Γῆς ὁ καταρχάς,
μόνῳ νεύματι πήξας τὸν γῦρον,
ἄπνους ὡς βροτὸς καθυπέδυ γῆν·
τῷ θεάματι δε φρῖξον οὐρανέ.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν
ὁ τὸν ἄνθρωπον χειρί σου πλάσας,
ἴν' ἐξαναστήσῃς τοῦ πτώματος,
τῶν βροτῶν τὰ στίφη, πανσθενεστάτῳ κράτει.

Θρῆνον ἱερόν,
δεῦτε ᾄσωμεν Χριστῷ θανόντι,
ὡς αἱ Μυροφόροι γυναῖκες πρίν,
ἵν' ἀκούσωμεν τὸ Χαῖρε σὺν αὐταῖς.

Μύρον ἀληθῶς,
σὺ ἀκένωτον ὑπάρχεις Λόγε·
ὅθεν σοι καὶ μύρα προσέφερον,
Μυροφόροι σοι τῷ ζῶντι, ὡς νεκρῷ.

ᾍδου μὲν ταφείς,
τὰ βασίλεια Χριστὲ συντρίβεις,
θάνατον θανάτῳ δὲ θανατοῖς,
καὶ φθορᾶς λυτροῦσαι τοὺς γηγενεῖς.

Ρεῖθρα τῆς ζωῆς,
ἡ προχέουσα Θεοῦ σοφία,
τάφον ὑπεισδῦσα ζωοποιεῖ,
τοὺς ἐν τοῖς ἀδύτοις ᾅδου μυχοῖς.

Ἵνα τὴν βροτῶν,
καινουργήσω συντριβεῖσαν φύσιν,
πέπληγμαι θανάτῳ θέλων σαρκί.
Μῆτερ οὖν μὴ κόπτου τοῖς ὀδυρμοῖς.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν,
ὁ φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης
καὶ νεκροὺς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας,
ἐκδιώξας ἅπαν, τὸ ἐν τῷ ᾅδῃ σκότος.

Κόκκος διφυὴς,
ὁ φυσίζωος ἐν γῆς λαγόσι,
σπείρεται σὺν δάκρυσι σήμερον,
ἀλλ' ἀναβλαστήσας, Κόσμον χαροποιήσει.

Ἔπτηξεν Ἀδάμ,
Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσῳ,
χαίρει δὲ πρὸς ᾅδην φοιτήσαντος,
πεπτωκὸς τὸ πρώην, καὶ νῦν ἐξεγερθείς.

Σπένδει σοι χοὰς,
ἡ τεκοῦσά σε Χριστὲ δακρύων,
σαρκικῶς κατατεθέντι ἐν μνήματι,
ἐκβοῶσα, Τέκνον, ἀνάστα ὡς προέφης.

Τάφῳ Ἰωσήφ,
εὐλαβῶς σε τῷ καινῷ συγκρύπτων,
ὕμνους ἐξοδίους θεοπρεπεῖς,
τοῖς συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι Σωτήρ.

Ἥλοις σε Σταυρῷ,
πεπαρμένον ἡ σὴ Μήτηρ Λόγε,
βλέψασα τοῖς ἥλοις λύπης πικρᾶς,
βέβληται καὶ βέλεσι τὴν ψυχήν.

Σὲ τὸν τοῦ παντός γλυκασμὸν
ἡ Μήτηρ καθορῶσα,
πόμα ποτιζόμενον τὸ πικρόν,
βρέχει δάκρυσι τὰς ὄψεις γοερῶς.

Τέτρωμαι δεινῶς,
καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα Λόγε,
βλέπουσα σφαγήν σου τὴν ἄδικον,
ἡ Παρθένος ἀνεβόα ἐν κλαυθμῷ.

Ὄμμα τὸ γλυκύ,
καὶ τὰ χείλη σου πῶς μύσω Λόγε;
πῶς νεκροπρεπῶς δὲ κηδεύσω σε;
Μετὰ φρίκης ἀνεβόα Ἰωσήφ.

Ὕμνους Ἰωσήφ,
καὶ Νικόδημος ἐπιταφίους,
ᾄδουσι Χριστῷ νεκρωθέντι νῦν·
σὺν αὐτοῖς δὲ μελωδεῖ τὰ Σεραφίμ.

Δύνεις ὑπὸ γῆν,
Σῶτερ Ἥλιε δικαιοσύνης·
ὅθεν ἡ τεκοῦσα Σελήνη σε,
ταῖς λύπαις ἐκλείπει, σῆς θέας στερουμένη.

Ἔφριξεν ὁρῶν, Σῶτερ,
ᾅδης σε τὸν ζωοδότην,
πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα,
καὶ τοὺς ἀπ' αἰῶνος, νεκροὺς ἐξανιστῶντα.

Ἥλιος φαιδρόν,
ἀπαστράπτει μετὰ νύκτα Λόγε·
καὶ σῦ δ' ἀναστὰς ἐξαστράψειας,
μετὰ θάνατον φαιδρῶς ὡς ἐκ παστοῦ.

Γῆ σε πλαστουργέ,
ὑπὸ κόλπους δεξαμένη τρόμῳ,
συσχεθεῖσα Σῶτερ τινάσσεται,
ἀφυπνώσασα νεκροὺς τῷ τιναγμῷ.

Μύροις σε Χριστέ,
ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Εὐσχήμων,
νῦν καινοπρεπῶς περιστείλαντες, ἀνεβόων·
φρῖξον, ἅπασα ἡ γῆ.

Ἔδυς Φωτουργέ,
καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου·
τρόμω δὲ ἡ κτίσις συνέχεται,
πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.

Λίθος λαξευτὸς
τὸν ἀκρόγωνον καλύπτει λίθον·
ἄνθρωπος θνητὸς δ' ὡς θνητὸν Θεόν,
κρύπτει νῦν τῷ τάφῳ· φρῖξον ἡ γῆ!

Ἴδε Μαθητήν,
ὃν ἠγάπησας καὶ σὴν Μητέρα,
Τέκνον, καὶ φθογγὴν δὸς γλυκύτατον,
ἀνεβόα θρηνῳδοῦσα ἡ Ἁγνή.

Σὺ ὡς ὤν ζωῆς,
χορηγὸς Λόγε τοὺς Ἰουδαίους,
ἐν Σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας,
ἀλλ' ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς.

Κάλλος Λόγε πρίν,
οὐδὲ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες,
ἀλλ' ἐξαναστὰς ὑπερέλαμψας,
καλλωπίσας τοὺς βροτοὺς θείαις αὐγαῖς.

Ἔδυς τῇ σαρκί,
ὁ ἀνέσπερος εἰς γῆν φωσφόρος·
καὶ μὴ φέρων βλέπειν ὁ ἥλιος,
ἐσκοτίσθη μεσημβρίας ἐν ἀκμῇ.

Ἥλιος ὁμοῦ,
καὶ σελήνη σκοτισθέντες Σῶτερ,
δούλους εὐνοοῦντας εἰκόνιζον,
οἱ μελαίνας ἀμφιέννυνται στολάς.

Οἷδέ σε Θεὸν,
Ἑκατόνταρχος κἄν ἐνεκρώθης,
πῶς σὲ οὖν Θεέ μου ψαύσω χερσί;
φρίττω, ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.

Ὕπνωσεν Ἀδάμ,
ἀλλὰ θάνατον πλευρᾶς ἐξάγει ·
σὺ δὲ νῦν ὑπνώσας Λόγε Θεοῦ,
βρύεις ἐκ πλευρᾶς σου κόσμῳ ζωήν.

Ὕπνωσας μικρόν,
καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας,
καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας,
τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος, Ἀγαθέ.

Ἤρθης ἀπὸ γῆς,
ἀλλ' ἀνέβλυσας τῆς σωτηρίας,
τὸν οἶνον ζωήῤῥυτε ἄμπελε.
Δοξάζω τὸ Πάθος καὶ τὸν Σταυρόν.

Πῶς οἱ νοεροί,
Ταγματάρχαι σε Σωτὴρ ὁρῶντες,
γυμνὸν ᾑμαγμένον κατάκριτον,
ἔφερον τὴν τόλμην τῶν σταυρωτῶν;

Ἀραβιανόν,
σκολιώτατον γένος Ἑβραίων,
ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ·
διά τι κατέκρινας τὸν Χριστόν;

Χλαῖναν ἐμπαιγμοῦ,
τὸν Κοσμήτορα πάντων ἐνδύεις,
ὃς τὸν οὐρανὸν κατηστέρωσε,
καὶ τὴν γῆν ἐκόσμησε θαυμαστῶς.

Ὥσπερ πελεκάν,
τετρωμένος τὴν πλευράν σου Λόγε,
σοὺς θανόντας παῖδας ἐζώωσας,
ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς.

Ἥλιον τὸ πρὶν,
Ἰησοῦς τοὺς ἀλλοφύλους κόπτων, ἔστησεν·
αὐτὸς δὲ ἀπέκρυψας,
καταβάλλων τὸν τοῦ σκότους ἀρχηγόν.

Κόλπων πατρικῶν,
ἀνεκφοίτητος μείνας, οἰκτίρμον,
καὶ βροτὸς γενέσθαι εὐδόκησας,
καὶ εἰς ᾅδην καταβέβηκας Χριστέ.

Ἤρθη σταυρωθείς,
ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας,
ἄπνους δ'ἐν αὐτῇ οὗτος θάπτεται,
ὃ μὴ φέρουσα ἐσείετο δεινῶς.

Οἴμοι ὦ Υἱέ!
ἡ Ἀπείρανδρος θρηνεῖ καὶ λέγει,
ὃν ὡς Βασιλέα γὰρ ἤλπιζον,
κατάκριτον νῦν βλέπω ἐν Σταυρῷ.

Ταῦτα Γαβριήλ,
μοι ἀπήγγειλεν ὅτε κατέπτη,
ὃς τὴν βασιλείαν αἰώνιον,
ἔφη εἶναι τοῦ Υἱοῦ μου Ἰησοῦ.

Φεῦ! τοῦ Συμεών,
ἐκτετέλεσται ἡ προφητεία·
ἡ γὰρ σὴ ῥομφαῖα διέδραμε,
τὴν καρδίαν τὴν ἐμὴν Ἐμμανουήλ.

Κἄν τοὺς ἐκ νεκρῶν,
ἐπαισχύνθητε ὦ Ἰουδαῖοι,
οὕς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν,
ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς.

Ἔφριξεν ἰδών,
τὸ ἀόρατον φῶς σε Χριστέ μου,
μνήματι κρυπτόμενον ἄπνουν τε,
καὶ ἐσκότασεν ὁ ἥλιος τὸ φῶς.

Ἔκλαιε πικρῶς,
ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου Λόγε,
ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε,
σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν.

Νέκρωσιν τὴν σήν,
ἡ πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ,
βλέπουσα πικρῶς σοι ἐφθέγγετο·
μὴ βραδύνης ἡ ζωὴ ἐν τοῖς νεκροῖς.

ᾅδης ὁ δεῖνος,
συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν,
Ἥλιε τῆς δόξῃς ἀθάνατε,
καὶ ἐδίδου τοὺς δεσμίους ἐν σπουδῇ.

Μέγα καί, φρικτὺν,
Σῶτερ θέαμα νῦν καθορᾶται!
ὁ ζωῆς γὰρ θέλων παραίτιος, θάνατον ὑπέστη,
ζωῶσαι θέλων πάντας.

Νύττῃ τὴν πλευρὰν,
καὶ ἡλοῦσαι Δέσποτα τὰς χεῖρας,
πληγὴν ἐκ πλευράς σου ἰώμενος, καὶ τὴν ἀκρασίαν,
χειρῶν τῶν Προπατόρων.

Πρὶν τὸν τῆς Ραχήλ,
υἱὸν ἔκλαυσεν ἅπας κατ' οἶκον·
νῦν τὸν τῆς Παρθένου ἐκόψατο,
Μαθητῶν χορεία σὺν τῇ Μητρί.

Ράπισμα χειρῶν,
Χριστοῦ δέδωκαν ἐν σιαγόνι,
τοῦ χειρὶ τὸν ἄνθρωπον πλάσαντος,
καὶ τὰς μύλας θλάσαντος τοῦ θηρός.

Ὕμνοις σου Χριστέ,
νῦν τὴν Σταύρωσιν καὶ τὴν Ταφήν τε,
ἅπαντες πιστοὶ ἐκθειάζομεν,
οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇταφῇ.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἄναρχε Θεέ,
συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα,
σκῆπτρα τῶν Ἀνάκτων κραταίωσον,
κατὰ πολεμίων ὡς ἀγαθός.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Τέξασα ζωήν,
Παναμώμητε ἁγνὴ Παρθένε,
παῦσον Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα,
καὶ βράβευσον εἰρήνην ὡς ἀγαθή.

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,
τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα,
καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.






Αἱ γενεαὶ πᾶσαι,

ὕμνον τῇ Ταφῇ σου,
προσφέρουσι Χριστέ μου.

Καθελὼν τοῦ ξύλου,
ὁ Ἀριμαθαίας,
ἐν ταφῶ σε κηδεύει.

Μυροφόροι ἦλθον,
μύρα σοι Χριστέ μου,
κομίζουσαι προφρόνως.

Δεῦρο πᾶσα κτίσις,
ὕμνους ἐξοδίους,
προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.

Ὡς νεκρὸν τὸν ζῶντα,
σὺν Μυροφόροις πάντες,
μυρίσωμεν ἐμφρόνως.

Ἰωσὴφ τρισμάκαρ,
κήδευσον τὸ σῶμα,
Χριστοῦ τοῦ ζωοδότου.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα,
ἐκίνησαν τὴν πτέρναν,
κατὰ τοῦ Εὐεργέτου.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα,
φέρουσι τῷ Σωτῆρι,
χολὴν ἅμα καὶ ὄξος.

Ὢ τῆς παραφροσύνης,
καὶ τῆς Χριστοκτονίας,
τῆς τῶν προφητοκτόνων!

Ὡς ἄφρων ὑπηρέτης,
προδέδωκεν ὁ μύστης,
τὴν ἄβυσσον σοφίας.

Τὸν ῥύστην ὁ πωλήσας,
αἰχμάλωτος κατέστη,
ὁ δόλιος Ἰούδας.

Κατὰ τὸν Σολομῶντα,
βόθρος βαθὺς τὸ στόμα,
Ἑβραίων παρανόμων.

Ἑβραίων παρανόμων,
ἐν σκολιαῖς πορείαις,
τρίβολοι καὶ παγίδες.

Ἰωσὴφ κηδεύει,
σὺν τῷ Νικοδήμω,
νεκροπρεπῶς τὸν Κτίστην.

Ζωοδότα Σῶτερ,
δόξα σου τῷ κράτει,
τὸν ᾅδην καθελόντι.

Ὕπτιον ὁρῶσα,
ἡ Πάναγνός σε Λόγε,
μητροπρεπῶς ἐθρήνει.

Ὢ γλυκύ μου ἔαρ,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;

Θρῆνον συνεκίνει,
ἡ πάναγνός σου Μήτηρ,
σοῦ Λόγε νεκρωθέντος.

Γύναια σὺν μύροις,
ἥκουσι μυρίσαι,
Χριστὸν τὸ θεῖον μύρον.

Θάνατον θανάτῳ,
σὺ θανατοῖς Θεέ μου,
θείᾳ σου δυναστείᾳ.

Πεπλάνηται ὁ πλάνος,
ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται,
σοφίᾳ σῇ Θεέ μου.

Πρὸς τὸν πυθμένα ᾅδου,
κατήχθη ὁ προδότης,
διαφθορᾶς εἰς φρέαρ.

Τρίβολοι καὶ παγίδες,
ὁδοὶ τοῦ τρισαθλίου,
παράφρονος Ἰούδα.

Συναπολοῦνται πάντες,
οἱ σταυρωταί σου Λόγε,
Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ.

Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ,
συναπολοῦνται πάντες,
οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων.

Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ,
Θεέ μου πλαστουργέ μου,
πῶς πάθος κατεδέξω;

Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον,
ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα,
ἠλάλαζεν ὁρῶσα.

Σῶμα τὸ ζωηφόρον,
ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει,
μετὰ τοῦ Νικοδήμου.

Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη,
θερμῶς δακρυῤῥοοῦσα,
τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.

Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;

Τὸν Ἀδὰμ καὶ Εὔαν,
ἐλευθερῶσαι, Μῆτερ,
μὴ θρήνει, ταῦτα πάσχω.

Δοξάζω σου Υἱέ μου,
τὴν ἄκραν εὐσπλαγχνίαν,
ἧς χάριν ταῦτα πάσχεις.

Ὄξος ἐποτίσθης,
καὶ χολὴν οἰκτίρμων,
τὴν πάλαι λύων γεῦσιν.

Ἰκρίω προσεπάγης,
ὁ πάλαι τὸν λαόν σου,
στύλῳ νεφέλης σκέπων.

Αἱ Μυροφόροι Σῶτερ,
τῷ τάφῳ προσελθοῦσαι,
προσέφερόν σοι μύρα.

Ἀνάστηθι, οἰκτίρμον,
ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων,
ἐξανιστῶν τοῦ ᾅδου.

Ἀνάστα Ζωοδότα,
ἥ σε τεκοῦσα Μήτηρ,
δακρυῤῥοοῦσα λέγει.

Σπεῦσον ἐξαναστῆναι,
τὴν λύπην λύων Λόγε,
τῆς Σε ἁγνῶς Τεκούσης.

Οὐράνιαι Δυνάμεις,
ἐξέστησαν τῷ φόβῳ,
νεκρόν σε καθορώσαι.

Τοῖς ποθῶ τε καὶ φόβῳ,
τὰ πάθη σου τιμῶσι,
πταισμάτων δίδου λύσιν.

Ὢ φρικτὸν καὶ ξένον,
θέαμα Θεοῦ Λόγε!
πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;

Φέρων πάλαι φεύγει,
Σῶτερ Ἰωσήφ σε,
καὶ νῦν σε ἄλλος θάπτει.

Κλαίει καὶ θρηνεῖ σε,
ἡ πάναγνός σου Μήτηρ,
Σωτήρ μου νεκρωθέντα.

Φρίττουσιν οἱ νόες,
τὴν ξένην καὶ φρικτήν σου,
Ταφὴν τοῦ πάντων Κτίστου.

Ἔῤῥαναν τὸν τάφον,
αἱ Μυροφόροι μύρα,
λίαν πρωὶ ἐλθοῦσαι.

Ἀρώματα καὶ μύρα,
μαθήτριαι γυναῖκες,
προσφέρουσι τῷ Τάφῳ.

Τὸ «χαίρετε» δ’ ἐκεῖναι,
ἀκούουσιν εὐθέως,
εἰς ἀμοιβὴν τῶν δώρων.

Τὰ δάκρυα ὡς μύρα,
τῇ σῇ Ταφῇ προσφέρειν,
ἀξίωσόν με Σῶτερ.

Εἰρήνην Ἐκκλησία,
λαῷ σου σωτηρίαν,
δώρησαι σῆ Ἐγέρσει.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ὦ Τριὰς Θεέ μου,
Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα,
ἐλέησον τὸν Κόσμον.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου,
Ἀνάστασιν Παρθένε,
ἀξίωσον σοὺς δούλους.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι,
ὕμνον τῇ Ταφῇ σου,
προσφέρουσι Χριστέ μου.