Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Έθιμα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων στα χωριά των Πιερίων .


Τα έθιμα δεν διαφέρουν πολύ από χωριό σε χωριό στα Ημαθιώτικα Πιέρια, είναι σχεδόν τα ίδια, καθώς η περιοχή αποτελεί μια ενιαία πολιτισμική ενότητα. 

Χριστούγεννα
Μεγάλη ήταν η προετοιμασία για τις γιορτές των Χριστουγέννων στα Πιέρια. 
Στο Δάσκιο «τ’Αϊ κολεντρ» έφτιαχναν κλούρες και τις έστελναν στον τσιόμπανο με ένα σακούλι άλας για να τις δώσει στα σφαχτά να μην αρρωστήσουν, αφού πρώτα τις διάβαζε ο παπάς στην εκκλησιά. Το ίδιο βράδυ κόβανε και τρώγανε το χριστόψωμο. Όποιος έβρισκε τον “παρά”, που είχαν κρυμμένο κάτω από τον σταυρό της κουλούρας, ήταν ο πιο τυχερός του σπιτιού.

Κάθε οικογένεια είχε έτοιμο το γουρούνι για τις γιορτές. Ηταν ταϊσμένο καλά για αυτόν το σκοπό. Την παραμονή των Χριστουγέννων, στα Κόλιντα, ο νοικοκύρης θα έχει στο τζάκι φωτιά με μεγάλες «κ’φάλες» (χοντρά ξύλα) για να «ζεσταθεί ο Χριστός» και να τους βρει καλούς νοικοκυραίους. Στο Δάσκιο την νύχτα των Χριστουγέννων που πήγαιναν στη εκκλησιά, βάζανε μια γυναίκα ή ένα κορίτσι να τραβήξει μπροστά, «για να γεννηθούν τα αρνιά και τα κατσίκια θηλ’κά». Όταν ξημέρωνε ο πρώτος από την οικογένεια που έβγαινε έξω έπαιρνε μια πέτρα και “ξέχωνε” (ανακάτευε) το τζάκι και έλεγε την ευχή: 
Καλώς μας ήλθε ο ακόλιντας, μας βρήκε με υγεία, χαρά, με παιδιά, εγγόνια , καλή χρονιά, σαν την στάχτη τα αυγά, σαν το χώμα τα πουλιά
(δηλαδή να κάνουμε κότες και χωράφι).

Κόβανε τα γουρούνια ομαδικά κατά δύο-τρεις συγγενικές οικογένειες και εκείνη την ημέρα δεν τρώγανε κρέας. Το μόνο φαγητό που τρώγανε ήταν το σταρόζουμο. Τα παιδιά γίνονταν κολιντούδια, έλεγαν δηλαδή τα κάλαντα, είχαν αρχηγό και κτυπώντας τα ματσούκια ξεκινούσαν τραγουδώντας «Κόλιντα μπάμπω, κόλιντα, κι’εμένα κλούρα».
Μπαίνοντας στο σπίτι η μπάμπω του σπιτιού έδινε λίγο άλας στον αρχηγό κι εκείνος «φώλιαζε τα αυγά» ρίχνοντας το άλας στην φωτιά που «πρατσαλνούσε» (έκαιγε). 
Την ίδια ώρα τα άλλα τα παιδιά ανακατεύοντας την φωτιά με τα ματσούκια λέγανε ρυθμικά «Καλισπέρεις στού Χριστό, που μας ήφιρι τα γουρούνια, τ’αρνιά, τα κατσίκια κι τα μ’σκάρια». Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν τραγουδούσαν το: “Χριστούγεννα- Πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου για βγέστε δέστε, μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται κι ανατρέφεται με μέλι και με γάλα.Το μέλι τρώνε οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες και το μελισσοβότανο να λούζονται κυράδες, κυρά καλή κυρά χρυσή κυράμ ευτυχισμένη, κυρά με τόνα γιόκα σου με τον πρωτότοκό σου για λούστονε για χτένιστον για στείλτον στο σχολείο να τονε δείρει ο δάσκαλος με δυο κλωνάρια μόσχο, και να τον πούν καλά παιδιά έλα για να χαρούμε και τις μεγάλες εορτές τα κάλαντα να πούμε”.
Υστερα χτυπώντας όλα μαζί τα «ματσούκια στο πάτωμα λέγανε ρυθμικά: «Χριστός γεννιέται, Χαρά στον κόσμο Χαρά στον κόσμο Κόλιντα μπάμπω». Υστερα τους έδιναν κλούρες, κουκόσες (καρύδια), αμύγδαλα, κάστανα και χρήματα.

Την ημέρα των Χριστουγέννων το πρώτο φαγητό που έπρεπε να γίνει ήταν το Πισορτί. Αυτό γίνονταν από τα εντόσθια και μέρος από την κοιλιά του γουρουνιού. Όλο το χωριό επισκέπτονταν αυτούς που γιόρταζαν, έκαμναν τα Βίζιτα, έτσι έλεγαν την επίσκεψη, κατά παρέες και με γκάιντες (υπήρχαν πολλές γκάιντες τότε).Το κέρασμα ήταν μόνο ένα ποτήρι ρακί. Αυτό γίνονταν μέχρι τις 3 η ώρα. Αυτός που γιόρταζε μετά καλούσε με ένα παιδί τον νουνό του, γευμάτιζε όλη η οικογένεια και το απόγευμα πήγαιναν στο μεσοχώρι όπου στήνονταν χορός. Πρώτα οι ηλικιωμένοι με τραγούδια (με το στόμα και με γκαϊντα) και μετά οι νεώτεροι πιάνονταν στο χορό σε πολλούς κύκλους. Μέσα οι άντρες έξω οι γυναίκες. Δεν έλειπαν και τα μαλώματα σε αυτούς τους χορούς γιατί αρκετοί έβγαζαν τα “απωθημένα” τους εκείνη την ώρα.

Πρωτοχρονιά
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έφτιαχναν κρεατόπιτα (πίτα με ρύζι και κρέας). Στην πίτα έβαζαν ένα νόμισμα, ένα κομμάτι από σανό και ένα φύλλο από πουρνάρι. Η νοικοκυρά την παραμονή το βράδυ θα φτιάξει την βασιλόπιτα στην οποία βάζει ένα ασημικό γρόσι, ένα μικρό σάλουμα (άχυρο σταριού ή βρύζας) για τα τρανά ζώα και ένα φύλλο από πουρνάρι για τα γιδοπρόβατα. Στη ώρα του δείπνου στρώνεται ο σουφράς, κάθονται όλοι γύρω από αυτόν, ο αφέντης γυρίζει το ταψί τρείς φορές λέγοντας διάφορες ευχές, κόβει την πίτα σε όσα κομμάτια είναι η φαμίλια και τα μοιράζει. Όποιος βρει το γρόσι, το πρωί θα το ρίξει στο δίσκο στον Αη Βασίλη, όταν θα έρθουν τα Ρουγκατζάρια και θα ήταν ο νοικοκύρης, όποιος θα εύρισκε το σανό θα γίνονταν ζευγαράς (γεωργός) και όποιος θα εύρισκε το φύλλο από το πουρνάρι θα γίνονταν κεχαγιάς (άρχοντας με πολλά ζωντανά). 
Αυτά γίνονταν το βράδυ της παραμονής και μετά έβγαιναν έξω και έπαιζαν χαρτιά για το καλό του χρόνου.
Επίσης, την Πρωτοχρονιά παίζουν ένα παιχνίδι ως εξής: Η νοικοκυρά θα πάρει από τα παχνιά ή το αμπάρι σπυριά σιταριού, θα σκουπίσει λίγο μέρος από την φωτιά στο τζάκι, θα τα βάλει ένα ένα και θα τα ονοματίσει. Το πρώτο είναι της χρονιάς. Tο σπυρί θα φουσκώσει από την ζέστη και μετά θα πηδήσει. Αν πηδήσει προς την φωτιά η χρονιά θα πάει καλά, αν πίσω από την φωτιά η χρονιά δεν θα πάει καλά. Aν πάει ανατολικά θα έχει ξέρα, αν πάει δυτικά θα έχει πολλή βροχή. Μετά το σπυρί της χρονιάς έχουμε του νοικοκύρη, των άλλων μελών της φαμελιάς και μετά έρχεται η σειρά για τα ζωντανά. Έτσι περνούν οι ώρες με γέλια, χαρές και σχόλια ανάλογα με το πήδημα κάθε σπυριού.

Το πρωί ο παπάς κτυπούσε την καμπάνα απαγορεύοντας το χαρτοπαίγνιο.
Μετά την εκκλησία μαζεύονται στο μεσοχώρι τα Ρουγκατζάρια, που είναι νέοι άντρες ντυμένοι με τις φουστανέλες, μερικοί με προσωπίδες, άλλοι με κάπες ,στολισμένοι με ασημικά, κρατώντας ξύλινα σπαθιά. και κουδούνια. Ο αρχηγός τους λέγονταν Καπετάνιος. Πρώτα πήγαινε ο επίτροπος με το δίσκο του Αη Βασίλη, μετά ο Γκαϊντατζής, ο καπετάνιος και κατόπιν οι φουστανελάδες. Την παρέα συμπληρώνουν οι χοσμικιαραίοι (υπηρέτες) μεταμφιεσμένοι (γύφτος, αράπης, νύφη, γαμπρός, μπάμπω, παππούς κλπ.)
Όταν κανένας πείραζε την νύφη του θιάσου (της παρέας), τον έπιανε ο ψυχογιός (πρωτοπαλίκαρο του καπετάνιου) τον πήγαινε στον Καπετάνιο και εκείνος τον τιμωρούσε με πρόστιμο. Αν αντιδρούσε να πληρώσει τον πήγαινε στον αράπη να του κόψει το κεφάλι. Τότε έμπαινε η μπάμπω κι ο παππούς κλαίοντας, όμως ο αράπης, χωρίς να ακούσει κανένα τον σκότωνε. Με την επέμβαση ύστερα του γιατρού, ο σκοτωμένος ζωντάνευε και η αναπαράσταση τελείωνε με ζωηρά και χαρούμενα πηδήματα του αναστημένου (νεκρανάσταση- Διονυσιακό κατάλοιπο).

Πρώτα πήγαιναν στου Παπά το σπίτι, εκεί έλεγαν του Παπά το τραγούδι:
 “Μες τα μαρμαρόφυλλα και τα μαργαριτάρια, εκεί κοιμάται αφέντης μας με το σταυρό στο χέρι”. Η παπαδιά τους κερνάει ρακί και διάφορα άλλα για μεζέ και δίνει στον επίτροπο και τον Αη Βασίλη το γρόσι της βασιλόπιτας. Μετά πήγαιναν στον μουχτάρη (Πρόεδρο) και στα σπίτια όπου γιόρταζαν οι Βασίληδες. Αργότερα στήνονταν τρανός χορός στο μεσοχώρι όπου μαζεύονταν όλο το χωριό για σεργιάνι. Η αμοιβή για τα Λαγκατζάρια ήταν χρήματα (ελάχιστα), καρύδια, παστό κλπ. Τα Ρουγκατζάρια ότι μάζευαν (γέννημα) το πουλούσαν για να το δόσουν στην εκκλησία για να πληρώσουν τον παπά και τον δάσκαλο και τους φτωχούς.
Το τραγούδι που έλεγαν στα Ριζώματα είχε ως εξής:
“Αγιός Βασίλης έρχιτι Γινάρης ξημερώνει, Βασίλιμ πούθεν έρχισι και πούθεν κατεβαίνεις, ιγώ απ τα ξένα έρχουμι και στα δικά μου πάω, αν έρχισι απ την ξενητειά πες μας κανα τραγούδι, ιγώ τραγούδια μάθνισκα τραγούδια να σας λέω, στην πατερίτσα ακούμπισα να πώ την άλφα βήτα κι η πατερίτσα ήταν χλωρή κι απόληκε κλωνάρια, κλωνάρια χρυσοκλώναρα κι ανάργυρα τα φύλλα. Φραγκίτσα εδώ Φραγκίτσα εκεί Φραγκίτσα πάει στη βρύση μι του γιουρντάνι στου λιμό το σύρμα στου κιφάλι και με τα ασημοζούναρα χαμπλά χαμπλά ζωμένη”

Το ίδιο περίπου έλεγαν και στο Δάσκιο αλλά με άλλο ήχο και με διαφοροποίηση στο τέλος: «Κάτω στις ριζίτσες,
πάνω στις καρφίτσες,
που κατεβαίνουν οι
πέρδικες και πλένουν και
λευκαίνουν, παίρνουν
νερό στο στόμα τους και
χιόνι στα φτερά τους και
ραίνουν τον αφέντη μας
και ραίνουν την κυρά μας.
Σαν έχεις γρόσια δος’μας
τα, τα φλουριά μην τα
λυπάσαι, σαν έχεις και
μονόγροσα, κέρνα τον Αϊ
Βασίλη»


Αν το σπίτι δεν είχε Βασίλη δεν έμπαιναν μέσα, μα τραγουδούσαν και χόρευαν έξω τον «Ρουγκατσιάρικο χορό»
Στο Δάσκιο επίσης, στον
Παπά στον Μουχτάρη
(Πρόεδρο) και στους
βασιλιάδες τραγουδούσαν:
«Ήρθαμε στον αφέντη
μας τον πρωτοτιμημένο.
Πρώτα τον τίμης’ ο Θεός,
κατόπιν ο κόσμος όλος.
Τον τίμησε κι ο βασιλιάς,
να πάει να λογαριάσει. Σαν
πάησαν και λογάριασαν
τρείς μέρες και τρεις
νύχτες. Λογάριασε, λογάριασε τον λείπουν τρεις χιλιάδες και την καλή του φώναζε και την καλή του λέει: -Καλή μου πούνε τ’άσπρα μας κι αϊ πούνε τα φλουριά μας; -Τώρα τριγυρ’ τον Αϊ Βασίλ τώρα τριγύρ’ στα Φώτα πολλοί φίλοι μας ήρθανε και τα χαρτζιανεψάμε»
.


Στους τσελιγκάδες έλεγαν άλλα:
«Εδώ σε τούτη την αυλή τη μαρμαροστρωμένη, εδώ έχουν χίλια πρόβατα και δυό χιλιάδες γίδια, το τίνος ειν τα πρόβατα το τίνος ειν τα γίδια; Το τίνος είναι το μαντρί με το χρυσό πλεγμένο, με το χρυσό με το φλουρί με το μαργαριτάρι; -Τ’Αφέντη μας τα πρόβατα, τ’αφέντη μας τα γίδια, τ’Αφέντη μας και το μαντρί με το μαργαριτάρι –Το τίνος ειν ο τσιόμπανος ο καγκελοφρυδάτος, που παν’ στην πέτρα κάθεται και παίζει την φλογέρα, κι η πέτρ’από το φόβος της κι από την αντροπή της, έβγαλε γάργαρο νερό και δροσερό χορτάρι που τρων τα λάϊα πρόβατα και τα παχιά κριάρι».
Πρέπει να σημειώσουμε ότι σε κάθε γιορτή και κάθε Κυριακή το απόγευμα στήνονταν χορός στο μεσοχώρι (χοροστάσι).

Φώτα
Την ημέρα των Φώτων στα Ριζώματα ο κόσμος πήγαινε νωρίς στην εκκλησία με τα μπαγκράτσια (μικρά χάλκινα δοχεία) με ένα μήλο μέσα και βασιλικό. Αυτό γίνονταν γιατί δεν υπάρχει στο χωριό κανένα ποτάμι ή ρέμα. Μετά τον εκκλησιασμό έξω στην αυλή γίνονταν ο αγιασμός των υδάτων στα μπαγκράτσια που ήταν όλα συγκεντρωμένα. Γινότανε επίσης δημοπρασία της εικόνας της Βάπτισης του Χριστού και όποιος έπαιρνε την Βάπτιση την πλήρωνε με ένα σημαντικό ποσό. Όλες οι εικόνες της Εκκλησίας έβγαιναν έξω και όλο το χωριό περνούσε από την “Βάπτιση” και τις εικόνες και χαιρετούσε. Μετά στήνονταν χορός έξω από την Εκκλησία. Το Βασικό τραγούδι ήταν: 
“Σήμερα είν τα Φώτα κι Φωτισμός, σήμερα κυρά μας η Παναγιά απ τον ουρανό συγκατέβηνι με τα θυμιατήρια στα δάκτυλα κι μι του ευαγγέλιο στην αγκαλιά, κι τουν Αγιο Γιάννη παρακαλεί, δύνησι Αγιο Γιάννη κι Αη Πρόδρομι να βαφτίσεις τονον Θιόμ πιδί, δύνομαι και σώνω κι προθυμώ σπάργανα οικονόμου κιρια να βρω, να βαφτίσω το Θιόμ πιδί”.

Μετά τα παλικάρια (οι νιόγαμπροι της χρονιάς) έπαιρναν τις εικόνες με φλάμπουρα που τα λέγανε «κυργιαλέσα» (ήταν μεγάλα κοντάρια που στην κορυφή τους είχαν σταυρό με βασιλικό και χρωματιστό μαντήλι). Τάζανε επίσης γίδια και πρόβατα στη εκκλησιά. Μετά γυρνούσαν τρεις φορές τη εκκλησία και φώναζαν “Κύργια λέησον, Κύργια λέησον”, ενώ ταυτόχρονα κτυπούσαν οι καμπάνες. Το απόγευμα οι γυναίκες με τα μπαγκράτσια αγίαζαν τα αμπέλια και στήνονταν χορός σε ένα ειδικό ανοιχτό χώρο (όχι στο μεσοχώρι). Στο Δάσκιο πήγαιναν στις βρύσες και στα εξωκλήσια του χωριού, διαγράφοντας έναν νοητό κύκλο γύρω από το χωριό για να το προστατεύει από τις αρρώστιες. Για να’ ναι σίγουροι γι’ αυτό κάρφωναν τρεις ξύλινους σταυρούς σε τρία δέντρα γύρω από το χωριό και σε άλλα πέντε-έξι δέντρα βάζανε σκάρφη στις τρύπες τους, που τις ανοίγανε με μεγάλες αρίδες (τρυπάνια). Η σκάρφη (ποώδες πολυετές φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες) που στη επιστημονική γλώσσα λέγεται «ελλέβορος ο μέλας», χρησιμοποιούνταν και στη αρχαιότητα για μαγγανείες και γιατροσόφια. Για αυτό ο λαός εξακολουθεί να πιστεύει πως έχει προστατευτικές ιδιότητες .

Την «βάπτιση» στο Δάσκιο την έκαναν σ’ ένα ρέμα με νερό έξω από το χωριό κι όταν ο παπάς έψαλλε το «Ἐν Ἰορδάνη» όλοι οι γαμπροί χαμήλωναν τα φλάμπουρα και βουτούσαν
τους σταυρούς μέσα στο αγιασμένο νερό, ενώ οι γυναίκες έσκυβαν και έπαιρναν μια χούφτα άμμο και τον έδεναν μέσα σε μαντήλια για να τον βάλουν στις φωλιές, που γεννούσαν οι κότες «για να κάνουν πολλά αυγά». Το απόγευμα οι γυναίκες με τα μπαγκράτσια αγίαζαν τα αμπέλια και στήνονταν χορός σε ένα ειδικό ανοιχτό χώρο (όχι στο μεσοχώρι). Αγίαζαν ακόμα μια χούφτα με στάρι στο μαντήλι για να τα δόσουν στα ζώα να μην αρρωστήσουν. Είχαν, επίσης, και μπραγκάτσια με νερό, μήλα, καρύδια κυδώνια και διάφορους καρπούς για αγίασμα. Μερικοί πήγαιναν για λογαριασμό της εκκλησίας και ψημένες κότες περασμένες στη «σούγλα» που στο τέλος τις βγάζανε στη δημοπρασία κι εκείνοι που τις έπαιρναν
έστηναν χορό και χόρευαν με αυτές στο χέρι τραγουδώντας το « Σήμερα ειν τα Φώτα....»
Στην συνέχεια τραγουδούσαν: «όσα άστρα ειν στον ουρανό και φύλλα από τα δέντρα, τόσοι κλέφτις μαζώχτηκαν κλέφτις κι χαραμίδες, για να πατήσ’ν τις νιοκλησιές κι τ’άγιου του βαγγέλιου, κι τ’άγιου βήμα ράγισε ‘πο μεσ’ την άγια πέτρα».
Αν κανένας αργούσε και πήγαινε τελευταίος στη εκκλησιά οι άλλοι που τον βλέπανε λέγανε μεταξύ τους :
«Ελάτε να βάλουμε από πέντε δέκα οκάδες κρασί να τον κολυμπήσουμε στ’αυλάκ(ι) κι να τον κάνουμι Φώτ(η)».
Εκείνος, σαν έβλεπε ότι είχαν κακό σκοπό έταζε περισσότερο κρασί κι ύστερα γλεντούσαν με κρασί και σουγλιμάδες όλη μέρα. Με τον αγιασμό, που έπαιρναν από την εκκλησιά, ράντιζαν τα σπαρτά, τα μαντριά, τα δέντρα τα μελίσσια και όλο το βιός. 

Η σελίδα μας ευχαριστεί τον κ. Γιάννη Τσιαμήτρο 
(εκπαιδευτικό-χοροδιδάσκαλο) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου