Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Πρωτοχρονιά στα χωριά των Πιερίων (ήθη και έθιμα, κάλαντα).

Πρωτοχρονιά στα χωριά των Πιερίων (ήθη και έθιμα, κάλαντα). 
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έφτιαχναν κρεατόπιτα (πίτα με ρύζι και κρέας). Στην πίτα έβαζαν ένα νόμισμα, ένα κομμάτι από σανό και ένα φύλλο από πουρνάρι. Η νοικοκυρά την παραμονή το βράδυ θα φτιάξει την βασιλόπιτα στην οποία βάζει ένα ασημικό γρόσι, ένα μικρό σάλουμα (άχυρο σταριού ή βρύζας) για τα τρανά ζώα και ένα φύλλο από πουρνάρι για τα γιδοπρόβατα. Στη ώρα του δείπνου στρώνεται ο σουφράς, κάθονται όλοι γύρω από αυτόν, ο αφέντης γυρίζει το ταψί τρείς φορές λέγοντας διάφορες ευχές, κόβει την πίτα σε όσα κομμάτια είναι η φαμίλια και τα μοιράζει. Όποιος βρει το γρόσι, το πρωί θα το ρίξει στο δίσκο στον Αη Βασίλη, όταν θα έρθουν τα Ρουγκατζάρια και θα ήταν ο νοικοκύρης, όποιος θα εύρισκε το σανό θα γίνονταν ζευγαράς (γεωργός) και όποιος θα εύρισκε το φύλλο από το πουρνάρι θα γίνονταν κεχαγιάς (άρχοντας με πολλά ζωντανά). 
Αυτά γίνονταν το βράδυ της παραμονής και μετά έβγαιναν έξω και έπαιζαν χαρτιά για το καλό του χρόνου.
Επίσης, την Πρωτοχρονιά παίζουν ένα παιχνίδι ως εξής: Η νοικοκυρά θα πάρει από τα παχνιά ή το αμπάρι σπυριά σιταριού, θα σκουπίσει λίγο μέρος από την φωτιά στο τζάκι, θα τα βάλει ένα ένα και θα τα ονοματίσει. Το πρώτο είναι της χρονιάς. Tο σπυρί θα φουσκώσει από την ζέστη και μετά θα πηδήσει. Αν πηδήσει προς την φωτιά η χρονιά θα πάει καλά, αν πίσω από την φωτιά η χρονιά δεν θα πάει καλά. Aν πάει ανατολικά θα έχει ξέρα, αν πάει δυτικά θα έχει πολλή βροχή. Μετά το σπυρί της χρονιάς έχουμε του νοικοκύρη, των άλλων μελών της φαμελιάς και μετά έρχεται η σειρά για τα ζωντανά. Έτσι περνούν οι ώρες με γέλια, χαρές και σχόλια ανάλογα με το πήδημα κάθε σπυριού.
Πρωτοχρονιά (Άγιος Αθανάσιος Ριζωμάτων)

Το πρωί ο παπάς κτυπούσε την καμπάνα απαγορεύοντας το χαρτοπαίγνιο.
Μετά την εκκλησία μαζεύονται στο μεσοχώρι τα Ραγκατζιάρια, που είναι νέοι άντρες ντυμένοι με τις φουστανέλες, μερικοί με προσωπίδες, άλλοι με κάπες , στολισμένοι με ασημικά, κρατώντας ξύλινα σπαθιά. και κουδούνια. Ο αρχηγός τους λέγονταν Καπετάνιος. Πρώτα πήγαινε ο επίτροπος με το δίσκο του Αη Βασίλη, μετά ο Γκαϊντατζής, ο καπετάνιος και κατόπιν οι φουστανελάδες. Την παρέα συμπληρώνουν οι χοσμικιαραίοι (υπηρέτες) μεταμφιεσμένοι (γύφτος, αράπης, νύφη, γαμπρός, μπάμπω, παππούς κλπ.)

Όταν κανένας πείραζε την νύφη της παρέας, τον έπιανε ο ψυχογιός (πρωτοπαλίκαρο του καπετάνιου) τον πήγαινε στον Καπετάνιο και εκείνος τον τιμωρούσε με πρόστιμο. Αν αντιδρούσε να πληρώσει τον πήγαινε στον αράπη να του κόψει το κεφάλι. Τότε έμπαινε η μπάμπω κι ο παππούς κλαίοντας, όμως ο αράπης, χωρίς να ακούσει κανένα τον σκότωνε. Με την επέμβαση ύστερα του γιατρού, ο σκοτωμένος ζωντάνευε και η αναπαράσταση τελείωνε με ζωηρά και χαρούμενα πηδήματα του αναστημένου (νεκρανάσταση- Διονυσιακό κατάλοιπο).
Πρώτα πήγαιναν στου Παπά το σπίτι, εκεί έλεγαν του Παπά το τραγούδι:
Μες τα μαρμαρόφυλλα και τα μαργαριτάρια, εκεί κοιμάται αφέντης μας με το σταυρό στο χέρι”. Η παπαδιά τους κερνάει ρακί και διάφορα άλλα για μεζέ και δίνει στον επίτροπο και τον Αη Βασίλη το γρόσι της βασιλόπιτας. Μετά πήγαιναν στον μουχτάρη (Πρόεδρο) και στα σπίτια όπου γιόρταζαν οι Βασίληδες. Αργότερα στήνονταν τρανός χορός στο μεσοχώρι όπου μαζεύονταν όλο το χωριό για σεργιάνι. Η αμοιβή για τα Λαγκατζάρια ήταν χρήματα (ελάχιστα), καρύδια, παστό κλπ. Τα Ραγκατζιάρια ότι μάζευαν (γέννημα) το πουλούσαν για να το δόσουν στην εκκλησία για να πληρώσουν τον παπά και τον δάσκαλο και τους φτωχούς.

Το τραγούδι που έλεγαν στα Ριζώματα είχε ως εξής:
“Αγιός Βασίλης έρχιτι Γινάρης ξημερώνει, Βασίλιμ πούθεν έρχισι και πούθεν κατεβαίνεις, ιγώ απ τα ξένα έρχουμι και στα δικά μου πάω, αν έρχισι απ την ξενητειά πες μας κανα τραγούδι, ιγώ τραγούδια μάθνισκα τραγούδια να σας λέω, στην πατερίτσα ακούμπισα να πώ την άλφα βήτα κι η πατερίτσα ήταν χλωρή κι απόληκε κλωνάρια, κλωνάρια χρυσοκλώναρα κι ανάργυρα τα φύλλα. Φραγκίτσα εδώ Φραγκίτσα εκεί Φραγκίτσα πάει στη βρύση μι του γιουρντάνι στου λιμό το σύρμα στου κιφάλι και με τα ασημοζούναρα χαμπλά χαμπλά ζωμένη”

Τραγούδι Πρωτοχρονιάς στα Ριζώματα

Το ίδιο περίπου έλεγαν και στο Δάσκιο αλλά με άλλο ήχο και με διαφοροποίηση στο τέλος: «Κάτω στις ριζίτσες, πάνω στις καρφίτσες, που κατεβαίνουν οι πέρδικες και πλένουν και
λευκαίνουν, παίρνουν νερό στο στόμα τους και χιόνι στα φτερά τους και ραίνουν τον αφέντη μας και ραίνουν την κυρά μας. Σαν έχεις γρόσια δος’μας τα, τα φλουριά μην τα λυπάσαι, σαν έχεις και μονόγροσα, κέρνα τον Αϊ Βασίλη»


Αν το σπίτι δεν είχε Βασίλη δεν έμπαιναν μέσα, μα τραγουδούσαν και χόρευαν έξω τον "Ραγκατζιάρικο χορό". Στο Δάσκιο επίσης, στον Παπά στον Μουχτάρη (Πρόεδρο) και στους βασιλιάδες τραγουδούσαν: "Ήρθαμε στον αφέντη μας τον πρωτοτιμημένο. Πρώτα τον τίμης’ ο Θεός, κατόπιν ο κόσμος όλος. Τον τίμησε κι ο βασιλιάς, να πάει να λογαριάσει. Σαν πάησαν και λογάριασαν τρείς μέρες και τρεις νύχτες. Λογάριασε, λογάριασε τον λείπουν τρεις χιλιάδες και την καλή του φώναζε και την καλή του λέει: -Καλή μου πούνε τ’άσπρα μας κι αϊ πούνε τα φλουριά μας; -Τώρα τριγυρ’ τον Αϊ Βασίλ τώρα τριγύρ’ στα Φώτα πολλοί φίλοι μας ήρθανε και τα χαρτζιανεψάμε".

Στους τσελιγκάδες έλεγαν άλλα:  "Εδώ σε τούτη την αυλή τη μαρμαροστρωμένη, εδώ έχουν χίλια πρόβατα και δυό χιλιάδες γίδια, το τίνος ειν τα πρόβατα το τίνος ειν τα γίδια; Το τίνος είναι το μαντρί με το χρυσό πλεγμένο, με το χρυσό με το φλουρί με το μαργαριτάρι; -Τ’Αφέντη μας τα πρόβατα, τ’αφέντη μας τα γίδια, τ’Αφέντη μας και το μαντρί με το μαργαριτάρι –Το τίνος ειν ο τσιόμπανος ο καγκελοφρυδάτος, που παν’ στην πέτρα κάθεται και παίζει την φλογέρα, κι η πέτρ’από το φόβος της κι από την αντροπή της, έβγαλε γάργαρο νερό και δροσερό χορτάρι που τρων τα λάϊα πρόβατα και τα παχιά κριάρι".
Πρέπει να σημειώσουμε ότι σε κάθε γιορτή και κάθε Κυριακή το απόγευμα στήνονταν χορός στο μεσοχώρι (χοροστάσι).

Η σελίδα μας ευχαριστεί τον κ. Γιάννη Τσιαμήτρο 
(εκπαιδευτικό-χοροδιδάσκαλο και λαογράφο)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου