![]() |
Ασχολήθηκε εκτενώς με τον υλικό βίο και τα λαϊκά έθιμα των Ελλήνων, με κύριο αντικείμενο μελέτης το ψωμί.
Κατέγραψε πολυάριθμες λαϊκές παραδόσεις, παροιμιές και τραγούδια σε περιοχές της Μακεδονίας (όπως Κοζάνη, Ημαθία) κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970.
Το γνωστότερο έργο του είναι η μελέτη-διδακτορική διατριβή του: «Ο άρτος κατά την γέννησιν και την τελευτήν: Η συμβολική και μαγική χρήσις του υπό των νεωτέρων Ελλήνων» (1978), το οποίο κυκλοφορεί και ως «Το ψωμί στα έθιμα των Ελλήνων».
"...Ήμουνα στο καφενείο. Βγήκα έξω, κοίταξα προς τα κάτου. Το είδα με τα μάτια μου. Σε 500 μέτρα είδα φως σα σφαίρα – μπαλόνι κόκκινο να ανεβαίνει προς τον ουρανό και να χάνεται στη θέση κάτω Πόδους σε 1500 μέτρα, να χάνεται αυτό το κόκκινο φως.. ήταν οι δαιμόνοι ! "
"...Πολιά, η Καζάνας (οικογένεια) άφναν σε ένα πιάτο φαί και το τάιζαν το στοιχειό εκεί στο μπγάδι"
"...Τούρκοι έβγαλαν τα μάτια των εικόνων της εκκλησίας της παλιάς του αγίου Αθανασίου, μόλις προχώρησαν 2 χιλιόμετρα προς Σφηκίαν αρρώστησαν και πέθαναν, άγνωστο από τι αρρώστια. Το ξέρω καλά αρρώστησαν όλοι".
"...Η μητέρα μου είδε αυτό το σκυλί που ανέβηκε στο μουλάρι μεσάνυχτα, κίνησε για το "Ιτέβω", έφθασε μέχρι την Κρανιά, κάθησε εκεί και μετά το σκυλί κατέβηκε και εξαφανίστηκε. Αυτό το είδαν πολλοί".
"...Η μητέρα μου είδε αυτό το σκυλί που ανέβηκε στο μουλάρι μεσάνυχτα, κίνησε για το "Ιτέβω", έφθασε μέχρι την Κρανιά, κάθησε εκεί και μετά το σκυλί κατέβηκε και εξαφανίστηκε. Αυτό το είδαν πολλοί".
"...Εδώ στη βρύση κάποιος δικός μας (στη ποντικόβρυση) βρήκε τρεις κοπέλες που ήσαν Νεράϊδες, έβγαιναν κάθε βράδυ και πλένονταν. Είχαν πολλά ασεμικά πάνω τους. Μια ξέχασε ένα μαργαριτάρι, της το πήραν".
"...Στο Παλαιόκαστρο, όταν το πήραν οι Τούρκοι στην τοποθεσία "στου Μάλιου" έδωσαν στα άλογά τους να φάνε κριθάρι το δειλινό και την άλλη μέρα που δείψασαν άρχισαν με τα πόδια τους να σκαλίζουν την γη εκεί που πέρναγε το υδραγωγείο από τη θέση καρβουνόβρυση στο Παλαιόκαστρο. Έτσι βρήκαν το νερό οι Τούρκοι και το έκοψαν.
Μετά από τρείς μέρες παρεδόθη η φρουρά και τους πολεμιστές τους έσφαξαν, τα γυναικόπαιδα τα πούλησαν, τους γέρους τους πήραν και τους έρριξαν πάνω από την θέση αυτή (την δείχνει) "τρόχαλο" ή καμμιά πέτρα.
Έζησε μόνο ένας ο λεγόμενος Κούσκουρας, ο οποίος κατοίκησε σε δασώδη περιοχή στη θέση Τζαφέρη. Αυτός μόνος του εκεί μέχρις ότου ήρθαν δώδεκα καπεταναίοι και έγιναν το όλον δεκατρείς φαμελιές.
Μετά ήρθε ένας από τα Βόϊον όρος από το Μπουρμπούσκο (νύν Βογάτσικο) Μελιόπουλος στο όνομα, οργανοπαίκτης του τυμπάνου. Κτυπούσε νταούλι και αυτοί 14 – 13 εργαζόμενοι και ο Μελιόπουλος γύφτος νταουλιτζής κατασκεύασαν τον αύλακα από την θέση Μάνα Αυλάκι (όριον Ριζωμάτων, Δασκιό) μέχρι την θέση Μύλος (6 χιλιόμετρα)".
"...Μια φορά με τ'αδέρφια μου σκάβαμε να ανοίξουμε πηγάδι για νερό. Εσκάβαμε πολλές μέρες και κάπου βρήκαμε τρία πιθάρια. Δεν τα πειράξαμε και τα ξεχώσαμε σιγά-σιγά και βρήκαμε μέσα κάρβουνα. Ήταν θησαυρός και επειδή τον βρήκαμε και δεν ξέραμε να ρωτήσουμε το στοιχειό που το φύλαγε, τα έκαμε κάρβουνα.
Το στοιχειό θα ήθελε κάτι να του δώσουμε. Έπρεπε να ξέρουμε πως το ρωτάνε και να του δίναμε ό,τι ζητούσε, αλλά μείς δεν γνωρίζαμεν από τέτοια, ήμαστε μικρά παιδιά τότες".
"..Εκεί έχει γούρνα και μαζεύει νερό. Έβγαινε εκεί ένα στοιχειό. Σε μια άλλη μπάρα (λίμνη) έβγαινε ένα άλλο στοιχειό στη θέση Λισκού. Εκεί κάτου καθότανε ένας γέρος είχε μια καλύβα και το στοιχειό που ήταν στη Λισκού πήγαινε στο γέρο και ο γέρος του άφηνε φαγητό. μπουγάτσα κείνα τα χρόνια. Πιάστηκαν σε μια κόντρα τα δυο στοιχειά, μαλώναν. Όταν εκείνο της Λισκού κατάλαβε ότι θα το εξοντώνει το στοιχειό του Παλιογεφύρου είπε το πρώτο στο γέρο¨
-Κόψε ένα κριάρι παχύ και να κάμεις τρία τόπια (κουβάρια) το ξύγκι και όταν έρθει το άλλο και γω θα βλέπω ζόρι, τότε να του ρίχνεις ξύγκι.
Το έριξε το ξύγκι τρείς φορές και έτσι κέρδισε το στοιχειό της Λισκού. Και το πρωί όταν πήγε ήταν πάλι ζωντανό."
"...Ήταν ένα νερό εδώ στο κέντρο του χωριού, το πηγάδι του Μουτσιάθκο το μπγάδι. Πήγε μια γυναίκα νύχτα, ζύμωνε και πήγε να πάρει νερό, έβαλε το μπραγάτσι (= μπακιρένιο δοχείο με χερούλι) να γεμίσει νερό γιατί είχε λίγο νερό.
Όταν πήγε για να το πάρει προτού να φτάσει στο πηγάδι είδε μια κοπέλα με ξέπλεχτα μαλλιά, φοβήθηκε και γύρισε πίσω η γυναίκα γιατί ήταν νύχτα, περίμενε καμμιά ώρα και ξαναπήγε και όταν πήγε και πήρε το μπραγάτσι είδε ένα πλεξίδι μέσα στο νερό ολόχρυσο και το πήρε το πήγε στο σπίτι (πλεξίδι= πολλές αλυσίδες παράλληλες πού εβαζαν οι γυναίκες γύρω γύρω στο κεφάλι, κεφαλόδεσμο).
Ακόμη ήταν νύχτα. Αφού πήγε στο σπίτι, άκουσε μια φωνή απόξω από το σπίτι: Ό,τι βρήκες να το πας να το αφήσης γιατί 40 μέρες δεν θα σε βρουν. Το πήγε πίσω, γιατί φοβήθηκε και το έριξε στη βρύση. Μου τα μολογάει η μάνα μου. Στο ίδιο μέρος είδε σκυλί, το τουφέκισε, και 40 μέρες ήταν άρρωστος. Το πρωΐ βρήκε 3 σταλαματιές αίμα, αλλά 40 μέρες άρρωστος".
"...Μια φορά στο χωριό μας ήρθε μια που εύρισκε τους θησαυρούς. Όταν έφυγε τότε μάθαμε πως ήταν μάγισσα. Έκατσε σ’ ενός το σπίτι και το βράδυ έβγαινε έξω και κάτι έλεγε. Όταν την ρώτησε αυτός που την είχε, τι κάνει, είπε ότι ψάχνει για το θησαυρό.
Ένα βράδυ έβαλε κάτι κορδέλες, στα χέρια της, κόκκινες, άσπρες και βγήκε έξω. Τότε ακούστηκαν φωνές και τραγούδια.
Πήγαμε μόλις ξημέρωσε και σ’ ένα χωράφι που αυτή δεν τό 'ξερε βρίκαμε χαραγμένο στο χώμα ένα μεγάλο κύκλο. Τότε αυτή είπε ότι εκεί μέσα είναι τα λεφτά, αλλά δεν βγαίνουν διότι το στοιχειό ζήτησε να συνουσιασθή μαζί της. Έμειναν και κανένας δεν τολμάει να σκάψη. Μπορούν να βγουν μόνο αν κανείς σκάψει άθελά του, αλλά δεν πάει κανενός το μυαλό. Αν το πούμε σε κανένα και πάει αυτός θα πάθει".
"...Ο μυλωνάς έψενε στη σούβλα και για να τον κάμουν το μυλωνά να μιλήσει, αυτοί οι Γαμοκουτσαίοι έπαιρναν και έβαζαν σε μια σούβλα ένα βάτραχο και χτυπούσαν του Μυλωνά το ψητό και έλεγαν:
- το δικό μου πατσώνει το δικό σου γλιδώνει, για να τον κάμουν να μιλήσει για να του πάρουν τη φωνή. Ο Μυλωνάς με τη σούβλα τους έδωσε (χτύπησε) στο κεφάλι κι αυτοί έφυγαν τον κατήφορο. Γαμοκουτσαίοι είναι οι Καλλικάντζαροι, Άλλοι κακοί. άλλοι κουτσοί, άλλοι στραβοί".
"...Μια φορά στην τοποθεσία Δερματά (ρέμα με μεγάλο νερό, έπλεναν τα δέρματα εκεί) όταν περνούσαν οι διαβάτες άκουαν τους διαβόλους να παίζουν γκάιντα.Έκαναν γάμο οι Γαμοκουτσαίοι (οι διαβόλοι, έτσι του λέγαμε)... ακολουθούσαν τον κόσμο μέχρι εδώ στο χωριό πάνω. Εκεί λαλούν τα κοκόρια και φεύγουν."
"...Ο Άγιος Αθανάσιος παρουσιάστηκε σε πολλούς όταν ήρθαν οι Γερμανοί. Έχει εδώ εκκλησία και θεραπεύονταν πολλοί. Παρουσιάστηκε μπροστά σε κρεββάτι μου το 1962. Ήταν με στολή μπλέ και άσπρους σταυρούς. Το καλιμαύκι μπλέ και το πετραχείλι μπλέ με άσπρους σταυρούς. Και μου είπε να κατατάσσω τα έργα μου. Το έκαμα την άλλη μέρα. Μέσα στην εκκλησία του όταν πάμε την νύχτα τον ακούμε.
Ήταν άρρωστος και κοιμόταν 40 μέρες και δεν τον δεχόταν ο άγιος 40 μέρες, του έδινε το βράδυ ξύλο, αυτό το έκαμε στον Ντακούλα, είναι γεγονός και φώναξε ο Ντακούλας την γυναίκα του και τον πήρε. Έρχονται πολλοί τρελλοί και θεραπεύονται".
"...Το Ντράτσικο βγάν' μαστόροι. Η Μπότσιανη παππάδες. Η Βόσοβα εμπόροι κ' η Κόκκοβα μασκαράδις.
"...Σ’ ένα χωριό εδώ στο Πολυδένδρι πηγαίνανε να βρουν το θεό. Κι ένας που ήταν μάκγας και το ξερε πώς θα πάνε, πάει φκιάνει παπούτσια με κόσκινο από κάτω. Δηλ. πατησιές τρύπιες.
Είπαν,να εδώ πάτησε ο θεός. Ο μάγκας πάει σε μια κουφάλα, κάθεται μέσα και ξεβρακώνεται. Τον είδαν αυτοί και λένε «εδώ ο θεός». Αυτός αέριζε και είπαν αυτοί που γύρευαν τον θεόν, Μεγάλη η χάρη σου, αλλά βαρειά τα χνώτα σου!".
"...Στη Λίσκου ήταν Πάσχα. Εκεί ήταν χωριό. Την πρώτη μέρα το απόγευμα (στη δεύτερη Ανάσταση, πριν γένει) ο παπάς ζήτησε να κάνη σεξουαλική επαφή με την παπαδιά. Η παπαδιά αρνήθηκε και του είπε ότι μετάλαβες και δεν επιτρέπεται να ρθεις σε μένα. Ο παπάς επέμενε και πήγε σε μία γομάρα (= γαϊδούρα) που είχαν και έκαμε επαφές. Μετά ήρθε η ώρα να πάει στη Δεύτερη Ανάσταση. Έγινε η Δεύτερη Ανάσταση. Βγήκαν και έκατσαν έξω στα πεζούλια όλοι. Βγήκε, κατέβηκαν τρία όρνια και άρπαξαν τον παπά με τα νύχια τους, τον πήγαν μακρυά και τον ξαφάνισαν γι’ αυτό που έκαμε".
"...Πολλοί θησαυροί είναι χωμένοι μέσα σε εκκλησίες που τους έθαβαν οι καλόγεροι να μη τους βρούν οι κλέφτες".
"...Στο Καμποχώρι (χωριό) κάποιος ονόματι Μπαντής πέθανε και έγινε βρικόλακας και ό,τι έλεγεν ο κόσμος να κάμει την άλλη μέρα, δηλαδή για παράδειγμα να πάνε για σπορά, τότε τα παιδιά πριν τα ετοιμάσουν το πρωί, τα έβρισκαν έτοιμα. Τα ετοίμαζε ο πατέρας τους ο βρυκόλακας.
Εξαναγκάστηκαν να βάλουν υπάλληλο, γιατί φοβόντουσαν τα παιδιά του. Ρώτηξαν πιο θέλουν να βάλουν εκεί στο σπίτι και βρέθηκε κάποιος Κυριάκος, επάγγελμα τσαγκάρης, τον ήξερα κι εγώ. Αυτός λέει έρχομαι υπάλληλος δεν φοβάμαι. Πάει υπάλληλος και τον έβαλαν να κοιμηθή στο δωμάτιο που πέθανε ο γέρος.
Το πρώτο βράδυ βγήκε ο γέρος σαν φάντασμα και του λέει: -Εσύ ‘σαι ο νοικοκύρης ; Ναι λέει. Μα στη θέση σου ήμουνα εγώ. Τότε μπορούμε να κάμουμε οι δυό μας παρέα αφού τα παιδιά μου με εγκατέλειψαν από δω να τα εξοντώσης και θα μείνεις εσύ.
–Μα πώς να εξοντώσω τα παιδιά σου.
–Μα αν δεν τα ξοντώσης αυτά θα εξοντώσουν εμένα.
–Πως θα ξοντωθής εσύ.
–Υπάρχει ένας μάγος στη Θ\κη που μπορεί να με εξοντώση εμένα. Είπε δηλαδή το μυστικό του στο τσαγκάρη.
Του λέει ο τσαγκάρης θα το κάνω την επόμενη. Ο τσαγκάρης όμως πήγε στη Θ/κη να βρει τον μάγο. Τον έφερε το μάγο και ήρθε σε επαφή με τον βρυκόλακα. Ο μάγος του είπε του βρυκόλακα. Έλα να πάμε που έχουμε πανηγύρι. Το πήρε και τον έβαλε σ’ένα δοχείο με καραμέλες, όλο γλυκίσματα, το έβαλε στον ντρουβά με τα γλυκίσματα να τον πάει στο πανηγύρι. Μόλις τον τύλιξε εκεί μέσα τον βρυκόλακα τον έβαλε έξω στο δάσος, να τον φανε τα’αγρίμια.
Εκεί τον βρήκαν τον ντρουβά σκαλωμένο στα δέντρα δυο ξυλοκόποι, που πήγαν να κόψουν ξύλα. Πήραν αυτοί τον ντρουβά με τα κουφέτα στο σπίτι.
Γυναίκα σου φέραμε στο Ρουμάνι καινούργιο ντρουβά με γλυκίσματα. Η γυναίκα λέει να τον πάτε πίσω φοβάμαι. Τότε αυτοί φοβήθηκαν τον έβγαλαν βράδυ έξω και τον κρέμασαν στα μπρόστια (πρωσταίον) δηλαδή στο χαγιάτι, έξω από την πόρτα. Μόλις νύχτωσε καλά, άρχισε το πανηγύρι στα μπρώστια, νταούλια, βιολιά στο σπίτι, μαζεύτηκε ο κόσμος μα πως πανηγύρι σ’αυτό το σπίτι. Μόλις λάλησε ο πετεινός σταμάτησαν τα βιολιά. Μαζεύτηκε ο μαχαλάς δεν έβλεπαν τίποτα και μόνο άκουγαν. Την άλλη μέρα η γυναίκα λέει πάρε τον ντρουβά και πήγαινε τονε ακόμα κάτου από κεί που τον βρήκες".
"...Πάρε γυναίκα από σειρά και σκλί από κοπάδι"
Μετά από τρείς μέρες παρεδόθη η φρουρά και τους πολεμιστές τους έσφαξαν, τα γυναικόπαιδα τα πούλησαν, τους γέρους τους πήραν και τους έρριξαν πάνω από την θέση αυτή (την δείχνει) "τρόχαλο" ή καμμιά πέτρα.
Έζησε μόνο ένας ο λεγόμενος Κούσκουρας, ο οποίος κατοίκησε σε δασώδη περιοχή στη θέση Τζαφέρη. Αυτός μόνος του εκεί μέχρις ότου ήρθαν δώδεκα καπεταναίοι και έγιναν το όλον δεκατρείς φαμελιές.
Μετά ήρθε ένας από τα Βόϊον όρος από το Μπουρμπούσκο (νύν Βογάτσικο) Μελιόπουλος στο όνομα, οργανοπαίκτης του τυμπάνου. Κτυπούσε νταούλι και αυτοί 14 – 13 εργαζόμενοι και ο Μελιόπουλος γύφτος νταουλιτζής κατασκεύασαν τον αύλακα από την θέση Μάνα Αυλάκι (όριον Ριζωμάτων, Δασκιό) μέχρι την θέση Μύλος (6 χιλιόμετρα)".
"...Μια φορά με τ'αδέρφια μου σκάβαμε να ανοίξουμε πηγάδι για νερό. Εσκάβαμε πολλές μέρες και κάπου βρήκαμε τρία πιθάρια. Δεν τα πειράξαμε και τα ξεχώσαμε σιγά-σιγά και βρήκαμε μέσα κάρβουνα. Ήταν θησαυρός και επειδή τον βρήκαμε και δεν ξέραμε να ρωτήσουμε το στοιχειό που το φύλαγε, τα έκαμε κάρβουνα.
Το στοιχειό θα ήθελε κάτι να του δώσουμε. Έπρεπε να ξέρουμε πως το ρωτάνε και να του δίναμε ό,τι ζητούσε, αλλά μείς δεν γνωρίζαμεν από τέτοια, ήμαστε μικρά παιδιά τότες".
"..Εκεί έχει γούρνα και μαζεύει νερό. Έβγαινε εκεί ένα στοιχειό. Σε μια άλλη μπάρα (λίμνη) έβγαινε ένα άλλο στοιχειό στη θέση Λισκού. Εκεί κάτου καθότανε ένας γέρος είχε μια καλύβα και το στοιχειό που ήταν στη Λισκού πήγαινε στο γέρο και ο γέρος του άφηνε φαγητό. μπουγάτσα κείνα τα χρόνια. Πιάστηκαν σε μια κόντρα τα δυο στοιχειά, μαλώναν. Όταν εκείνο της Λισκού κατάλαβε ότι θα το εξοντώνει το στοιχειό του Παλιογεφύρου είπε το πρώτο στο γέρο¨
-Κόψε ένα κριάρι παχύ και να κάμεις τρία τόπια (κουβάρια) το ξύγκι και όταν έρθει το άλλο και γω θα βλέπω ζόρι, τότε να του ρίχνεις ξύγκι.
Το έριξε το ξύγκι τρείς φορές και έτσι κέρδισε το στοιχειό της Λισκού. Και το πρωί όταν πήγε ήταν πάλι ζωντανό."
"...Ήταν ένα νερό εδώ στο κέντρο του χωριού, το πηγάδι του Μουτσιάθκο το μπγάδι. Πήγε μια γυναίκα νύχτα, ζύμωνε και πήγε να πάρει νερό, έβαλε το μπραγάτσι (= μπακιρένιο δοχείο με χερούλι) να γεμίσει νερό γιατί είχε λίγο νερό.
Όταν πήγε για να το πάρει προτού να φτάσει στο πηγάδι είδε μια κοπέλα με ξέπλεχτα μαλλιά, φοβήθηκε και γύρισε πίσω η γυναίκα γιατί ήταν νύχτα, περίμενε καμμιά ώρα και ξαναπήγε και όταν πήγε και πήρε το μπραγάτσι είδε ένα πλεξίδι μέσα στο νερό ολόχρυσο και το πήρε το πήγε στο σπίτι (πλεξίδι= πολλές αλυσίδες παράλληλες πού εβαζαν οι γυναίκες γύρω γύρω στο κεφάλι, κεφαλόδεσμο).
Ακόμη ήταν νύχτα. Αφού πήγε στο σπίτι, άκουσε μια φωνή απόξω από το σπίτι: Ό,τι βρήκες να το πας να το αφήσης γιατί 40 μέρες δεν θα σε βρουν. Το πήγε πίσω, γιατί φοβήθηκε και το έριξε στη βρύση. Μου τα μολογάει η μάνα μου. Στο ίδιο μέρος είδε σκυλί, το τουφέκισε, και 40 μέρες ήταν άρρωστος. Το πρωΐ βρήκε 3 σταλαματιές αίμα, αλλά 40 μέρες άρρωστος".
"...Μια φορά στο χωριό μας ήρθε μια που εύρισκε τους θησαυρούς. Όταν έφυγε τότε μάθαμε πως ήταν μάγισσα. Έκατσε σ’ ενός το σπίτι και το βράδυ έβγαινε έξω και κάτι έλεγε. Όταν την ρώτησε αυτός που την είχε, τι κάνει, είπε ότι ψάχνει για το θησαυρό.
Ένα βράδυ έβαλε κάτι κορδέλες, στα χέρια της, κόκκινες, άσπρες και βγήκε έξω. Τότε ακούστηκαν φωνές και τραγούδια.
Πήγαμε μόλις ξημέρωσε και σ’ ένα χωράφι που αυτή δεν τό 'ξερε βρίκαμε χαραγμένο στο χώμα ένα μεγάλο κύκλο. Τότε αυτή είπε ότι εκεί μέσα είναι τα λεφτά, αλλά δεν βγαίνουν διότι το στοιχειό ζήτησε να συνουσιασθή μαζί της. Έμειναν και κανένας δεν τολμάει να σκάψη. Μπορούν να βγουν μόνο αν κανείς σκάψει άθελά του, αλλά δεν πάει κανενός το μυαλό. Αν το πούμε σε κανένα και πάει αυτός θα πάθει".
"...Ο μυλωνάς έψενε στη σούβλα και για να τον κάμουν το μυλωνά να μιλήσει, αυτοί οι Γαμοκουτσαίοι έπαιρναν και έβαζαν σε μια σούβλα ένα βάτραχο και χτυπούσαν του Μυλωνά το ψητό και έλεγαν:
- το δικό μου πατσώνει το δικό σου γλιδώνει, για να τον κάμουν να μιλήσει για να του πάρουν τη φωνή. Ο Μυλωνάς με τη σούβλα τους έδωσε (χτύπησε) στο κεφάλι κι αυτοί έφυγαν τον κατήφορο. Γαμοκουτσαίοι είναι οι Καλλικάντζαροι, Άλλοι κακοί. άλλοι κουτσοί, άλλοι στραβοί".
"...Μια φορά στην τοποθεσία Δερματά (ρέμα με μεγάλο νερό, έπλεναν τα δέρματα εκεί) όταν περνούσαν οι διαβάτες άκουαν τους διαβόλους να παίζουν γκάιντα.Έκαναν γάμο οι Γαμοκουτσαίοι (οι διαβόλοι, έτσι του λέγαμε)... ακολουθούσαν τον κόσμο μέχρι εδώ στο χωριό πάνω. Εκεί λαλούν τα κοκόρια και φεύγουν."
"...Ο Άγιος Αθανάσιος παρουσιάστηκε σε πολλούς όταν ήρθαν οι Γερμανοί. Έχει εδώ εκκλησία και θεραπεύονταν πολλοί. Παρουσιάστηκε μπροστά σε κρεββάτι μου το 1962. Ήταν με στολή μπλέ και άσπρους σταυρούς. Το καλιμαύκι μπλέ και το πετραχείλι μπλέ με άσπρους σταυρούς. Και μου είπε να κατατάσσω τα έργα μου. Το έκαμα την άλλη μέρα. Μέσα στην εκκλησία του όταν πάμε την νύχτα τον ακούμε.
Ήταν άρρωστος και κοιμόταν 40 μέρες και δεν τον δεχόταν ο άγιος 40 μέρες, του έδινε το βράδυ ξύλο, αυτό το έκαμε στον Ντακούλα, είναι γεγονός και φώναξε ο Ντακούλας την γυναίκα του και τον πήρε. Έρχονται πολλοί τρελλοί και θεραπεύονται".
"...Το Ντράτσικο βγάν' μαστόροι. Η Μπότσιανη παππάδες. Η Βόσοβα εμπόροι κ' η Κόκκοβα μασκαράδις.
"...Σ’ ένα χωριό εδώ στο Πολυδένδρι πηγαίνανε να βρουν το θεό. Κι ένας που ήταν μάκγας και το ξερε πώς θα πάνε, πάει φκιάνει παπούτσια με κόσκινο από κάτω. Δηλ. πατησιές τρύπιες.
Είπαν,να εδώ πάτησε ο θεός. Ο μάγκας πάει σε μια κουφάλα, κάθεται μέσα και ξεβρακώνεται. Τον είδαν αυτοί και λένε «εδώ ο θεός». Αυτός αέριζε και είπαν αυτοί που γύρευαν τον θεόν, Μεγάλη η χάρη σου, αλλά βαρειά τα χνώτα σου!".
"...Στη Λίσκου ήταν Πάσχα. Εκεί ήταν χωριό. Την πρώτη μέρα το απόγευμα (στη δεύτερη Ανάσταση, πριν γένει) ο παπάς ζήτησε να κάνη σεξουαλική επαφή με την παπαδιά. Η παπαδιά αρνήθηκε και του είπε ότι μετάλαβες και δεν επιτρέπεται να ρθεις σε μένα. Ο παπάς επέμενε και πήγε σε μία γομάρα (= γαϊδούρα) που είχαν και έκαμε επαφές. Μετά ήρθε η ώρα να πάει στη Δεύτερη Ανάσταση. Έγινε η Δεύτερη Ανάσταση. Βγήκαν και έκατσαν έξω στα πεζούλια όλοι. Βγήκε, κατέβηκαν τρία όρνια και άρπαξαν τον παπά με τα νύχια τους, τον πήγαν μακρυά και τον ξαφάνισαν γι’ αυτό που έκαμε".
"...Πολλοί θησαυροί είναι χωμένοι μέσα σε εκκλησίες που τους έθαβαν οι καλόγεροι να μη τους βρούν οι κλέφτες".
"...Στο Καμποχώρι (χωριό) κάποιος ονόματι Μπαντής πέθανε και έγινε βρικόλακας και ό,τι έλεγεν ο κόσμος να κάμει την άλλη μέρα, δηλαδή για παράδειγμα να πάνε για σπορά, τότε τα παιδιά πριν τα ετοιμάσουν το πρωί, τα έβρισκαν έτοιμα. Τα ετοίμαζε ο πατέρας τους ο βρυκόλακας.
Εξαναγκάστηκαν να βάλουν υπάλληλο, γιατί φοβόντουσαν τα παιδιά του. Ρώτηξαν πιο θέλουν να βάλουν εκεί στο σπίτι και βρέθηκε κάποιος Κυριάκος, επάγγελμα τσαγκάρης, τον ήξερα κι εγώ. Αυτός λέει έρχομαι υπάλληλος δεν φοβάμαι. Πάει υπάλληλος και τον έβαλαν να κοιμηθή στο δωμάτιο που πέθανε ο γέρος.
Το πρώτο βράδυ βγήκε ο γέρος σαν φάντασμα και του λέει: -Εσύ ‘σαι ο νοικοκύρης ; Ναι λέει. Μα στη θέση σου ήμουνα εγώ. Τότε μπορούμε να κάμουμε οι δυό μας παρέα αφού τα παιδιά μου με εγκατέλειψαν από δω να τα εξοντώσης και θα μείνεις εσύ.
–Μα πώς να εξοντώσω τα παιδιά σου.
–Μα αν δεν τα ξοντώσης αυτά θα εξοντώσουν εμένα.
–Πως θα ξοντωθής εσύ.
–Υπάρχει ένας μάγος στη Θ\κη που μπορεί να με εξοντώση εμένα. Είπε δηλαδή το μυστικό του στο τσαγκάρη.
Του λέει ο τσαγκάρης θα το κάνω την επόμενη. Ο τσαγκάρης όμως πήγε στη Θ/κη να βρει τον μάγο. Τον έφερε το μάγο και ήρθε σε επαφή με τον βρυκόλακα. Ο μάγος του είπε του βρυκόλακα. Έλα να πάμε που έχουμε πανηγύρι. Το πήρε και τον έβαλε σ’ένα δοχείο με καραμέλες, όλο γλυκίσματα, το έβαλε στον ντρουβά με τα γλυκίσματα να τον πάει στο πανηγύρι. Μόλις τον τύλιξε εκεί μέσα τον βρυκόλακα τον έβαλε έξω στο δάσος, να τον φανε τα’αγρίμια.
Εκεί τον βρήκαν τον ντρουβά σκαλωμένο στα δέντρα δυο ξυλοκόποι, που πήγαν να κόψουν ξύλα. Πήραν αυτοί τον ντρουβά με τα κουφέτα στο σπίτι.
Γυναίκα σου φέραμε στο Ρουμάνι καινούργιο ντρουβά με γλυκίσματα. Η γυναίκα λέει να τον πάτε πίσω φοβάμαι. Τότε αυτοί φοβήθηκαν τον έβγαλαν βράδυ έξω και τον κρέμασαν στα μπρόστια (πρωσταίον) δηλαδή στο χαγιάτι, έξω από την πόρτα. Μόλις νύχτωσε καλά, άρχισε το πανηγύρι στα μπρώστια, νταούλια, βιολιά στο σπίτι, μαζεύτηκε ο κόσμος μα πως πανηγύρι σ’αυτό το σπίτι. Μόλις λάλησε ο πετεινός σταμάτησαν τα βιολιά. Μαζεύτηκε ο μαχαλάς δεν έβλεπαν τίποτα και μόνο άκουγαν. Την άλλη μέρα η γυναίκα λέει πάρε τον ντρουβά και πήγαινε τονε ακόμα κάτου από κεί που τον βρήκες".
"...Πάρε γυναίκα από σειρά και σκλί από κοπάδι"
Πηγή: https://www.searchculture.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου